Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ-ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

Νικόλαος Παλιεράκης 1860-1925 Γυμνασιάρχης, Βουλευτής Κρητικής Πολιτείας, Λόγιος και Συγγραφέας.
Ο Διονύσιος Μαραγκουδάκης είναι εγγονός της Ανεζίνας, αδελφής του Νικολάου Παλιεράκη

Λησμονημένος, παραγνωρισμένος κι άγνωστος για τους πολλούς, σήμερα, ο καθηγητής, συγγραφέας, βουλευτής, Γενικός Γραμματέας της Κρητικής Πολιτείας και λόγιος, από τους εξόχους της Εθνικής γραμματείας του 19ου αιώνα είναι ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης.
Αξίζει τον κόπο να ασχοληθώ μαζί του και να αφιερώσω λίγες γραμμές στη μνήμη του – κυρίως για όσους δεν τον γνώρισαν, για τους συγγενείς του, τους ομοχώριους του και τους νεώτερους.
Χρησιμοποίησα σαν πηγές αρχεία, βιβλιοθήκες, ιδιωτικές συλλογές, βιβλία, περιοδικά, δημοσιεύματα και τα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του αδερφού του Γεωργίου Εμμ. Παλιεράκη καθώς και την τοπική και οικογενειακή προφορική παράδοση που επί αιώνες ρέει αέναη και άφθαρτη και μεταφέρεται από τη μια γενιά στην άλλη.
Τα στοιχεία, φωτογραφίες και άλλα ντοκουμέντα που συγκέντρωσα από την πολυετή έρευνα μου έδεσαν και με τις προφορικές αφηγήσεις επώνυμων, σοβαρών, αξιόλογων και αξιόπιστων κατοίκων και συγγενών που και από τη θέση αυτή εκφράζω τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μου, σε πολλούς δε που δεν υπάρχουν τώρα ανάβω ένα κερί και ένα «κουκί λιβάνι» στη μνήμη τους.
Η εργασία μου αυτή δεν είναι σίγουρα τέλεια και για το λόγο αυτό πιστεύω ότι κάποια στοιχεία μπορούν να αμφισβητηθούν από κάποιους ή ακόμη και να χαρακτηριστούν ελλιπή, θέλω όμως να τονίσω και πάλι ότι προσπάθησα όσο μπορούσα να παρουσιάσω τα στοιχεία διασταυρωμένα και γενικά παραδεκτά.
Λιτά, απλά, αλλά με συγκίνηση και υπερηφάνεια κατέγραψα απολύτως αντικειμενικά τα γεγονότα, την πορεία και όσα συνθέτουν την προσωπικότητα του θείου μου Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη, με λίγα ιστορικά στοιχεία – όπου χρειαζόταν – για την καλύτερη κατατόπιση του αναγνώστη και το αφιερώνω ευλαβικά στη μνήμη του σαν ένα μικρό δείγμα αναγνώρισης και ευγνωμοσύνης.
Χωρίς να διατρέχω τον κίνδυνο παρεξηγήσεων, λόγω της συγγένειας μου, επιθυμώ να προσθέσω και να διαβεβαιώσω ότι οδηγός μου ήταν η ιστορική ευθύνη και όσα υποστηρίζει ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος στο έργο του «ΣΙΔΗΡΑ ΔΙΑΘΗΚΗ»: «τον Μεγάλον ονόμαζε τον Μεγάλο και το μικρό ονόμαζε τον μικρό, γιατί αλλιώς θα σμικρύνεις το Μεγάλο και θα μεγαλώσεις τον μικρό»
Εύχομαι κάποτε ο «ιστορικός», αλλά προπάντων ο «βιογράφος» να σκιαγραφήσει τόσο τον ίδιο, όσο και τον γενναίο πατέρα του Οπλαρχηγό (Χιλίαρχο) Καπετάν Παλιέρα ή Πηγιανάκη και τα αδέρφια του: 1) τον «δίκαιο» δικαστή Γεώργιο και 2) τον ορεσίβιο πολεμιστή επαναστάτη και Μακεδονομάχο Μάρκο Εμμ. Παλιεράκη. Το αξίζουν και δίκαιος θα είναι ο έπαινος…
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης γεννήθηκε το 1860 στο μικρό χωριό «Ορθές» της επαρχίας Μυλοποτάμου, του Νομού Ρεθύμνης της μεγαλονήσου Κρήτης και πέθανε το 1925 στην Αθήνα, 65 μόλις ετών.
Πατέρας ήταν ο γνωστός Οπλαρχηγός (Χιλίαρχος) Εμμανουήλ Νικ. Παλιεράκης ή Πηγιανάκης (λόγω της καταγωγής του από το χωριό «Πηγή» Ρεθύμνης) και μητέρα του ήταν η Άννα Πέτρου Σκουλούδη που καταγόταν από τη μεγάλη και ισχυρή οικογένεια των Μαργαριτών.
Η ζωή του μπορεί να γίνει ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, τόσο πολυκύμαντη και αξιοπερίεργη είναι. Γιατί ξεκινώντας από φτωχή αγροτική οικογένεια κατόρθωσε ύστερα από πολλές περιπέτειες και αναποδιές να πλάσει μια καλύτερη μοίρα, να γίνει μιας πλατιάς ακτινοβολίας μορφή, από εκείνες που πιάνουν πολύ τόπο στην πνευματική μας ζωή.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και αδιάκοπης αγωνίας και στάθηκε μάρτυρας σε εξεγέρσεις, εξορίες, σφαγές και τεράστιες οικονομικές θυσίες της οικογένειας του.
Ο βιογραφούμενος δοκίμασε για πρώτη φορά τι σημαίνει «ζυγός» και «προσφυγιά» στην τρυφερή ηλικία των έξι (6) ετών.
Ο πατέρας του ο θρυλικός Καπετάν Παλιέρας ή Πηγιανάκης αγωνίζεται για τη λευτεριά, πολεμά τους Τούρκους και φυσικά καταδιώκεται για τη δράση του. Λίγο πριν ξεσπάσει η Μεγάλη Επανάσταση του 1866-1869 θέλοντας να ασφαλίσει την οικογένεια του, την ξεσπιτώνει και στέλνει με μικρό ιστιοφόρο από τον όρμο Μπαλή Μυλοποτάμου πρόσφυγες στην Αθήνα τη γυναίκα του Άννα και τα τέσσερα ανήλικα τέκνα του: Μαριγώ, Νικόλαο, Μάρκο και Βασίλειο. «Προσφυγάκια» εξ απαλών ονύχων (όλα από βρέφος ολίγων εβδομάδων έως έξι ετών) με μύριους κινδύνους φθάνουν στη μικρή τότε Αθήνα και για τρία χρόνια έζησαν το δράμα της προσφυγιάς.
Έμεναν στην «Πλάκα» σε σπίτι που ανήκε στο θείο τους Αντώνιο Παλιεράκη (αδερφό του παππού του) πρακτικού φαρμακοποιού και μεγάλου ευεργέτη του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του αδερφού του Γεωργίου Εμμ. Παλιεράκη διαβάζουμε πολλές λεπτομέρειες για το γεγονός αυτό και ότι έμειναν πρόσφυγες στην Αθήνα μέχρι το 1869. Στο διάστημα (1866-69) που κράτησε η Μεγάλη Κρητική Επανάσταση, η Άννα Εμμ. Παλιεράκη έστειλε το Νικόλαο στο Δημοτικό Σχολείο «Πλάκας» και εκεί αμέσως φάνηκε η μεγάλη έφεση στη μάθηση που είχε το παιδί της. Οι δάσκαλοι του διαπίστωσαν ότι το μικρό «προσφυγόπουλο», το «Κρητικάκι», όπως το έλεγαν είχε ολωσδιόλου ασυνήθιστα προσόντα. Είχε μια απληστία στη μάθηση και μια οξύτατη αντίληψη, που τους εντυπωσίαζε. Το ίδιο έγινε και τη δεύτερη χρονιά και τότε οι δάσκαλοι ενθουσιασμένοι ενημέρωσαν τη μητέρα του και το θείο του Αντώνιο Παλιεράκη ότι το μικρό προσφυγόπουλο ήταν ένα ξεχωριστό παιδί γεμάτο εξυπνάδα, ορμή, ανησυχίες, αχόρταγο για μάθηση και έπρεπε και αυτοί να το προσέξουν πολύ.
Στο τέλος του 1869 που καταλάγιασε η Μεγάλη Επανάσταση, γύρισαν στην Κρήτη και ο μικρός Νικόλαος συνέχισε και τελείωσε, με την ίδια δίψα για μάθηση τη Δημοτική Σχολή Μαργαριτών, που τη συντηρούσε η «τοπική Δημογεροντία».
Συνέχισε τα μαθήματα του «Ελληνικού Σχολείου» (Σχολαρχείου) στο Πάνορμο με την ίδια επιτυχία και όπως έγραφε το απολυτήριο του έλαβε βαθμόν «Άριστα» και διαγωγή «αξίαν επαίνου».
Μόλις τελείωσε το «Ελληνικόν Σχολείον» και λίγο πριν αρχίσει η Επανάσταση του 1878 οι γονείς του τον έστειλαν να συνεχίσει τις σπουδές του πλησίον της θείας του Μαρίας χήρας Αντωνίου Παλιεράκη, η οποία διέμενε τότε στον «Πόρο» Τριζοινίας. Τον υπεραγαπούσε και μη έχουσα η ίδια παιδιά επιθυμούσε να σφόδρα να βοηθήσει να σπουδάσει ο μικρός ανιψιός της. Εκείνη μερίμνησε να εγγραφεί αμέσως στο φημισμένο τότε «Κεντρικόν Σχολείον της Αίγινας» με υποτροφία του κληροδοτήματος του αποθανόντος συζύγου της, μεγάλου ευεργέτου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Φιλομαθής και φιλογράμματος όπως ήταν ο Νικόλαος Παλιεράκης φοίτησε τρία χρόνια στο φημισμένο τότε Γυμνάσιο της Αίγινας και ύστερα από λίαν επιτυχείς εξετάσεις πήρε το απολυτήριο του Γυμνασίου με «άριστα».
Με τη φροντίδα πάλι της θείας του και με υποτροφία των μεγάλων ευεργετών του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντωνίου Φ. Παπαδάκη και του θείου του Αντωνίου Ν. Παλιεράκη (1804-1870) ο Νικόλαος Παλιεράκης ήλθε στην Αθήνα και φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1883 πήρε με «άριστα» το δίπλωμα του Καθηγητού της Φιλολογίας.
Άφησε για εκτύπωση την «Εναίσιμο διατριβή επί διδακτορική αναγορεύσει» και κατέβηκε στο χωριό του Ορθές Μυλοποτάμου Ρεθύμνης για να ξεκουραστεί λίγο και να ζητήσει διορισμό σε κάποιο Γυμνάσιο της Κρήτης ή της ελεύθερης Ελλάδος.
Η εναίσιμος διατριβή του (24 σελίδων) είναι γραμμένη σε αρχαΐζουσα γλώσσα, έχει τίτλο:
ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
ΠΕΡΙ
ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΑΚΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΛΟΥΣ ΑΥΤΗΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΠΑΛΑΙ ΕΛΛΗΣΙ

Η Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών τύπωσε το 1888, στο τυπογραφείο «Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ» την ΕΝΑΙΣΙΜΟ ΔΙΑΤΡΙΒΗ επί διδακτορική αναγορεύσει του Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη, αντίγραφο δε αυτής ( από το μοναδικό αντίγραφο, που έχω) αναδημοσιεύω, για πρώτη φορά, στην εργασία μου αυτή.
Η φήμη του αριστούχου και διδάκτορα της Φιλολογίας, που ΄χε κυκλοφορήσει στην τοπική κοινωνία ήταν η αιτία να διορισθεί το ίδιο έτος (1883) σε ηλικία 23 χρόνων στο μόλις συσταθέν «ημιγυμνάσιο» Ρεθύμνης και αμέσως ο βιογραφούμενος έδειξε πρωτοφανή δραστηριότητα, πράγμα απίστευτο για την εποχή του. Εκεί κάτοχος γερής και σοφής παιδείας διδάσκει τα Ρεθυμνιωτάκια, ενώ ολοένα η φήμη του, με ταχύτητα φωτιάς μεγαλώνει.
«Φαινόμενο» ρητορείας και «τεχνίτης» του λόγου, μοναδικός και άφθαστος ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης σμιλεύει τη φράση του και διανθίζει με κομψές λυρικές εκφράσεις το λόγο του.
Με θέρμη ψυχής και με βαθύτατη γνώση των φιλοσοφικών κειμένων μιλούσε σοφά, υπολογισμένα, ευμέθοδα στην καρδιά, κυρίως στην καρδιά και τον νου των μαθητών του. Απλός και σαφής, προσεκτικός και συναρπαστικός ο λόγος του.
Ο γραφικός λόγος που άνθιζε στα χείλη και έρρεε από την πολύχυμη και λυρική γλώσσα του Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη έπεφτε καθώς η εαρινή δροσούλα στις αθώες ψυχές των μαθητών του.
Ο λόγος του ήταν μια ολόδροση όαση σε μια άνυδρη κι απέραντη ερημιά και μπορούσε να λουλουδίσει και στις κατάξερες ακόμη βραχοτοπιές.
Ο λόγος που άνθιζε στα χείλη του ήταν εγκάρδιος, παρθενικός, στρογγυλός, όλος δροσιά, όλος ανθρώπινη ζέστα.
Ο λόγος του ξεχυνόταν ορμητικός και άρδευε τις καρδιές των μαθητών του. Μία άνοιξη, αιώνια άνοιξη, ήταν ο λόγος του. Σε γλώσσα κατανοητή από τους μαθητές του δίδασκε τους μαθητές του και όπως ανέφερε σ’ ένα γράμμα του στην αδερφή του Άννα σύζ. Εμμ. Χαλκιαδάκη (τη γιαγιά μου από τη μητέρα μου): «Σοφοίς και αγραμμάτοις οφειλέτης ειμί και όσον δύναμαι διδάσκω απλά δια να με καταλάβωσιν όλοι ….».
Μεταξύ των μαθητών του, που διακρίθηκαν αργότερα στο στίβο της ζωής, περιλαμβάνονται ο μικρότερος αδερφός του Γεώργιος Εμμ. Παλιεράκης, που ανελίχθη σε ανώτατο δικαστικό στέλεχος και ο Κωνσταντίνος Γ. Στεφανάκης, βουλευτής Ρεθύμνης και Αθηνών, Υπουργός Δικαιοσύνης επί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή (Μεταπολίτευση) και διακεκριμένος δικηγόρος των Αθηνών, ο οποίος μου είχε πει αρκετές φορές «κουμπάρε μου (επειδή είχε στεφανώσει τον αδερφό μου γιατρό Δημήτρη Μαραγκουδάκη) εγώ έμαθα γράμματα, γιατί είχα την αγαθή τύχη να έχω δάσκαλο μου το σοφό καθηγητή και λόγιο τον Νικόλαο Παλιεράκη».
Όπως αναφέρεται σε εφημερίδες της εποχής εκείνης «ΑΡΚΑΔΙΟΝ» και ¨Νέος Ραδάμανθυς» 19-2-1883 χαιρετίζουν την άφιξη του νεαρού καθηγητή Νικόλαου Εμμ. Παλιεράκη στο τουρκοκρατούμενο Ρέθυμνο. Αυτό όμως που δυνάμωσε τη φήμη του νεαρού λόγιου και Καθηγητή, τον επέβαλε σαν φυσιογνωμία και τον βοήθησε να φανεί χρησιμότερος στην κοινωνία του Ρεθύμνου, σε μια πολύ δύσκολη εποχή ήταν ότι ίδρυσε τον Φιλεκπαιδευτικό μουσικοθεατρικό σύλλογο «ΜΟΥΣΑΙ».
Ο Επίσκοπος Πέτρας Διονύσιος Δ. Μαραγκουδάκης στο σύγγραμμα του «ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙ», που επιμελήθηκα εγώ και τυπώθηκε το 1996 από τον αδερφό μου Δημήτρη Μαραγκουδάκη και όλα τα αντίτυπα του (3000) δωρίθηκαν στη Μονή Αρκαδίου (σύμφωνα με προθανάτιο επιθυμία του συγγραφέα), στη σελίδα 224 αναφέρει ότι στις 8 Νοεμβρίου 1884 έγινε μεγαλοπρεπές μνημόσυνο πεσόντων υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος αγωνιστών και ότι τον επίσημον και λίαν συγκινητικόν επιτάφιον λόγον στη Μονή εξεφώνησε ο καθηγητής του άρτι συσταθέντος ημιγυμνασίου Ρεθύμνης Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης.
Στις επόμενες σελίδες (224-230) του βιβλίου του ο ίδιος συγγραφέας αναφέρεται εν εκτάσει και με θαυμασμό για τις δραστηριότητες του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου «ΜΟΥΣΑΙ» και ότι τον επόμενο χρόνο 1885 πρωτοστατούντος το Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη οργανώθηκαν για πρώτη φορά στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη οι πρώτες μεγάλες Παγκρήτιες και Πανελλήνιου χαρακτήρα εκδηλώσεις για την επέτειο του Ολοκαυτώματος της Ιεράς Μονής Αρκαδίου.
Όπως διαβάζουμε στη σελίδα 332 της ΝΕΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (τ.25/1984), που εκδίδει η Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου λίγες μέρες μετά τις μεγάλες εκδηλώσεις για την επέτειο του Ολοκαυτώματος του Αρκαδίου οι Ρεθυμνιώτες παρακολούθησαν την πρώτη, επιτυχημένη θεατρική παράσταση από ερασιτέχνες ηθοποιούς, μέλη του συλλόγου «ΜΟΥΣΑΙ» που δόθηκε το απόγευμα της 4ης Δεκεμβρίου 1885, ημέρα της εορτής της Αγίας Βαρβάρας, για την αποπεράτωση εκκλησίας αφιερωμένης σ’ αυτήν ως προστάτιδας της πόλεως Ρεθύμνου, με το θεατρικό έργο του Τιμολέοντος Αμπελά (Δικαστικού 1850-1926) ΚΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΝΕΤΟΙ εμπνευσμένο από τη Βενετοκρατία στην Κρήτη, στην αίθουσα των «ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ», που τότε «φιλοξενούσε» το «Αρρεναγωγείο» (Γυμνάσιο Αρρένων) Ρεθύμνου και άλλες επετειακές εκδηλώσεις.
Αρκετές πληροφορίες βρίσκει ο ενδιαφερόμενος σε Ρεθυμνιώτικες εφημερίδες της εποχής και σε δημοσιεύματα τον κ.κ. Γιάννη Παπιομύτογλου, Διευθυντού της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ρεθύμνης, Μ. Τρούλη, Γ.Π. Εκκεκάκη κι άλλων.
Στον βιογραφούμενο Νικόλαο Εμμ. Παλιεράκη ανήκει και το κείμενο της μαρμάρινης πινακίδας που κοσμεί την προμετωπίδα της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού της Μονής Βοσάκου Μυλοποτάμου.
Ο ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΕΩΣ ΕΠΙΚΛΗΝ
ΑΡΧΗΝ ΜΕΝ ΕΧΕΙ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ
ΑΡΞΕ
ΕΙΤΑ ΔΕ ΘΕΙΩ ΤΩΝ ΜΟΝΑΖΟΝΤΩΝ ΖΗΛΩ
ΕΓΕΝΕΤΟ ΜΕΙΖΩΝ ΩΣΤ ΑΡΚΕΙΝ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
ΑΧΛ
ΤΑΝΥΝ ΑΥΘΙΣ Ω ΚΟΔΟΜΗΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ
ΘΕΙΑ ΑΡΩΓΗ, ΜΟΝΑΧΩΝ ΠΡΟΘΥΜΙΑ
ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΤΗΜΑΤΩΝ
ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥΑΞΙΩΣ
ΑΩΠΕ

Στο ημιγυμνάσιο Ρεθύμνου ο Νικόλαος Παλιεράκης υπηρέτησε δύο χρόνια και μετά τις εξετάσεις του 1884-85 παραιτήθηκε της θέσεως του και με υποτροφία του κληροδοτήματος Αντ. Παλιεράκη στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών πηγαίνει στην Ευρώπη (Γερμανία) για ευρύτερες σπουδές.
Όπως μας πληροφορεί η οικογενειακή παράδοση και εξιστορεί στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του ο αδερφός του Γεώργιος, το 1885 ο νεαρός (μόλις 25 ετών) καθηγητής Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης πηγαίνοντας στη Γερμανία σταμάτησε για λίγο στη Βιέννη και εκεί συνάντησε τους πιο διαλεκτούς ομογενείς.
Στη «Λειψία» εγκαταστάθηκε σ’ ένα φτωχικό δωμάτιο, κοντά στο Πανεπιστήμιο και έκανε αυστηρή ζωή. Ήταν αχόρταγος για μάθηση και ήδη μιλούσε και έγραφε τα Γερμανικά και τα Γαλλικά σαν δική του γλώσσα. Εκεί μαθαίνει τα Αγγλικά και λιγότερο τα Ρώσικα, παρακολουθεί μαθήματα στο ονομαστό Πανεπιστήμιο και γίνεται κοινωνός και μέτοχος των γνώσεων περίφημων καθηγητών.
Από τη φύση του ο βιογραφούμενος αχόρταγος για μάθηση, αμέσως άρχισε να μελετά Ιστορία, Φιλολογία, Φιλοσοφία, Επιστήμη για να στολίσει όχι μόνο το πνεύμα του ή να ετοιμάσει ένα καλύτερο επαγγελματικό μέλλον, αλλά και να αναζητήσει τους θησαυρούς που θα πλούτιζαν το «δυστυχισμένο» έθνος και θα βοηθούσαν τη «σκλαβωμένη» Κρήτη να σηκωθεί, να λευτερωθεί, να ζήσει.
Από τη «Λειψία» πήγε στο «Μόναχο» και εκεί γνωρίστηκε με τους διανοούμενους και με το άνθος της Βαυαρικής κοινωνίας, πλουτίζοντας το πνεύμα και τη γνώση του.
Από το «Μόναχο» πήγε και σε άλλα φημισμένα Πανεπιστήμια της Ευρώπης, όπου παρακολούθησε μαθήματα και έγινε κοινωνός και μέτοχος γνώσεων περίφημων καθηγητών.
Παντού και όπου πήγαινε, τιμούσαν την προσωπικότητα του όχι μόνο οι Έλληνες της διασποράς, αλλά και οι ξένοι.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης έμεινε στην Ευρώπη τρία ολόκληρα χρόνια και επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έπειτα από λαμπρές σπουδές και γόνιμη μαθητεία στα περίφημα Πανεπιστήμια της Ευρώπης παίρνει απάνω του την ευθύνη να διδάξει τα Ελληνόπουλα και να μεταφέρει σ’ αυτά τα νάματα της σοφής παιδείας.
Την άνοιξη του 1888 που επέστρεψε στην Ελλάδα – με μεγαλύτερη τη φήμη του «Λόγιου» στο γραμματισμένο κόσμο – έγινε περιζήτητος από τις τοπικές κοινωνίες και έτσι αμέσως διορίσθηκε Καθηγητής Φιλολογίας – Φιλοσοφίας στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου Χανίων, όπου ήταν Γυμνασιάρχης ο Βασίλειος Ψιλλάκης (συγγραφέας της Ιστορίας της Κρήτης). Ανέλαβε τα καθήκοντα του το Σεπτέμβριο του 1888 και όπως μας πληροφορεί ο αδερφός του Γεώργιος στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του διέμενε στη συνοικία της πόλεως «Κρύο Βρυσάλι». Στο ίδιο σπίτι διέμεναν, ως μαθητές του, ο μικρότερος αδερφός του Γεώργιος Εμμ. Παλιεράκης και ο Μιχαήλ Ν. Σγουρός, διότι ο πατέρας του Καπετάν Νικόλαος Κ. Σγουρός τον βοήθησε να εκλεγεί Πληρεξούσιος Βουλευτής του Μυλοποτάμου.
Με τη φήμη του «λόγιου», την προσωπικότητα και τις εξαιρετικές ικανότητες που διέθετε εκλέχθηκε το ίδιο έτος, 1888, Πληρεξούσιος Βουλευτής Μυλοποτάμου Ρεθύμνης μαζί με τους Χαρίλαο Ασκούτση και Στυλιανό Δάνδολο του κόμματος Φιλελευθέρων (Ξυπόλητων ή Χωρικών), με αρχηγό τον νεότατο δικηγόρο Ελευθέριο Κυριάκου Βενιζέλο, για τον οποίο μάλιστα υποβλήθηκε ένσταση κατά της εκλογής του λόγω ηλικίας. Πολλές λεπτομέρειες και ιστορικά στοιχεία για τις εκλογές εκείνες καταχωρεί στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του ο αδερφός του βιογραφούμενου.
Αμέσως μετά την εκλογή του ως Βουλευτής της Κρητικής Πολιτείας, ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης διορίστηκε από το κόμμα του ως «Αρχιγραμματέας» της «Γενικής Διοικήσεως Κρήτης» (με το μεγαλύτερο, τότε, μισθό στην Κρήτη, 40 χρυσές λίρες Τουρκίας το μήνα, όπως αναφέρει στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του ο αδερφός του).
Κατά τα τέλη Μαΐου 1889 έγινε στα «Μπουτσουνάρια» η «Καραβοεπανάσταση» όπως την αποκαλεί ο Γ. Παλιεράκης ή η «Κρεμμυδοεπανάσταση» όπως την έλεγε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η οποία κράτησε λίγους μήνες. Τότε με εντολή του Σουλτάνου κατήλθε στην Κρήτη ο «Σακήρ Πασάς», κήρυξε το Στρατιωτικό Νόμο και βύθισε την Κρήτη και τους Κρητικούς, ανεξαρτήτως πολιτικών φρονημάτων, σε φοβερή δουλεία. Καταδίωξε αγρίως όλους προκρίτους και ανακάλεσε τα προνόμια που είχαν δοθεί κατά την επανάσταση του 1878 και είχαν κατοχυρωθεί από το άρθρο 23 της «Βερολινείου Συνθήκης».
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης κατηγορήθηκε ότι ως «Αρχιγραμματέας» της «Γενικής Διοικήσεως Κρήτης» μεροληπτούσε υπέρ των Χριστιανών, ότι εργάστηκε υπέρ της Ενώσεως της Κρήτης με την Ελλάδα και χαρακτηρίστηκε ως λίαν επικίνδυνο στοιχείο για το Οθωμανικό Καθεστώς. Ειδοποιηθείς εγκαίρως ότι η ζωή του διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, αναχώρησε κρυφά από τα Χανιά και ύστερα από ένα επικίνδυνο και περιπετειώδες ταξίδι, στις αρχές Οκτωβρίου 1889, έφθασε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Επειδή δεν βρέθηκε αμέσως θέση καθηγητή στο περίφημο «ΑΒΕΡΩΦΕΙΟ» Γυμνάσιο Αλεξάνδρειας παρέδιδε μαθήματα σε παιδιά πλούσιων ομογενών, όπως του μεγαλέμπορου βαμβακιού ΣΑΛΒΑΓΟΥ, του ΧΩΡΕΜΗ, του ΜΠΕΝΑΚΗ και άλλων επιφανών Ελλήνων και αμειβόταν καλά. Συγχρόνως εξέδιδε την ελληνική εφημερίδα «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» σε συνεργασία με τον επίσης «πολιτικό πρόσφυγα», δικηγόρο, Γεώργιο Βασιλειάδη από την Ανδριανούπολη Θράκης. Τα γραφεία της εφημερίδας «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» ήταν στην οδό «Ταχυδρομείων» και ο ίδιος έμενε σ’ ένα σπίτι κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό «Ραμβλίου».
Το Μάρτιο του 1890 έφθασε στην Αλεξάνδρεια – ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι (Ρέθυμνο – Πειραιάς – Σμύρνη – Αλεξάνδρεια) – ο αδερφός του Γεώργιος, 19 ετών, απόφοιτος Γυμνασίου, διωκόμενος από τους Τούρκους για τη δράση του στην Επανάσταση του 1889 και κατηγορούμενος για τον εμπρησμό δημόσιων κτιρίων στο Πέραμα Μυλοποτάμου Ρεθύμνης.
Ύστερα από πέντε μήνες (τον Αύγουστο του 1890) ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης αναχώρησε από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου για την Αθήνα, όπου κατόπιν μυστικών συνεννοήσεων με το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος διορίστηκε Γυμνασιάρχης Βιτωλίων (Μοναστηρίου) Μακεδονίας, με μηνιαίο μισθό 20 χρυσές λίρες Τουρκίας, διακινδυνεύοντας βέβαια και τη ζωή του ακόμη, γιατί πήγαινε εκεί όχι μόνο σαν Γυμνασιάρχης, αλλά και εθνικός εργάτης, ανταγωνιστής ξένων προπαγάνδων (Ρουμανικών, Βουλγαρικών και άλλων), που κάθε μία εργαζόταν για τη μεταβολή της εθνολογικής κατάστασης της Μακεδονίας υπέρ της εθνικότητας των.
Με επιστολή του στον αδερφό του Γεώργιο Εμμ. Παλιεράκη του παρήγγειλε να επιστρέψει αμέσως στην Αθήνα και να εγγραφεί στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο ίδιος, στα τέλη Σεπτεμβρίου 1891, αναχώρησε από την Αθήνα για τα Βιτώλια (Μοναστήρι) της τέως Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
Εκεί ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης είχε καλούς συνεργάτες και ενθουσιώδεις πατριώτες, όπως τον τότε Μητροπολίτη «Πελαγωνίας» (Βιτωλίων) Αλέξανδρο και τους καθηγητές του Γυμνασίου και όλοι εργάστηκαν με ζήλο, ενθουσιασμό και εντατικά υπέρ της «Ελληνικής Ιδέας». Διαμοίρασαν βιβλία, έδωσαν χρήματα και κατέβαλαν παντοειδείς ενέργειες, με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα για τη διάσωση, διάδοση και επικράτηση της Ελληνικής γλώσσας στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης, μια σημαντική φυσιογνωμία του νέου Ελληνισμού, ενθουσιώδης λάτρης του ωραίου, με βαθιά ψυχική και πνευματική καλλιέργεια, πολυμαθής, γλωσσομαθής, ευρύστερνο, ακοίμητο και ορθόδοξο πνεύμα, με γυμνασμένο στοχασμό, με στέρεη και πλούσια γνώση και με λαμπρή έκφραση αφιέρωσε ανυστερόβουλα τον εαυτό του στην Ελλάδα, στην Ελληνική παιδεία, στην Ελληνική ελευθερία. Στόχος του αμετάβλητος η μόρφωση των Ελληνόπουλων. Με την πολυμάθεια του, με την ακατάβλητη σε πολυζωτικότητα του πνεύματος του, με την ακάματη εργατικότητα του, με το δίκοπο σπαθί του λόγου του. Με τις έξοχες πραγματώσεις και αποκορυφώσεις του λαμπρού πνεύματος του.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης υπήρξε άνθρωπος παιδείας. Η παιδεία και ο πνευματικός του οπλισμός είχαν βαθιές τις ρίζες τους στον άνθρωπο. Η «θύραθεν παιδεία» ήταν το έμβλημα του.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης συνδύαζε πνευματική ιδιοφυία, μαγνητική προσωπικότητα και οξύτατη αντίληψη μαζί με την φυσική ευγένεια, αρχοντιά και ανθρωπιά….
Όπως λίαν γλαφυρά εξιστορεί στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του ο αδερφός του, ο Νικόλαος πήγε στα Βιτώλια (Μοναστηρίου) και εργάστηκε με ζήλο και αυταπάρνηση, η φήμη του όμως και κυρίως το έργο του εκτιμήθηκε από την τοπική κοινωνία και το επόμενο σχολικό έτος όλοι έστειλαν τα παιδιά τους στο Ελληνικό Σχολείο και έτσι το Ρουμανικό και το Βουλγαρικό έκλεισαν ελλείψει μαθητών. Το Σεπτέμβριο του 1892 οι ανταγωνιστές των ξένων προπαγάνδων και σχολείων και κυρίως ένας Ρουμάνος επονομαζόμενος Μαργαρίτης κατάγγειλε ψευδώς στις Τουρκικές αρχές ότι ο Έλληνας Γυμνασιάρχης ο «Κιριτλής», δηλ. ο «Κρητικός», ο αρχηγός των Κρητικών κινημάτων, με το Δεσπότη και τους Έλληνες καθηγητές σκοπεύουν να ξεσηκώσουν επανάσταση στη Μακεδονία.
Οι Τουρκικές αρχές ακολουθώντας την αρχή «διαίρει και βασίλευε» συνέλαβαν αμέσως τον Νικόλαο Εμμ. Παλιεράκη, τον Μητροπολίτη Αλέξανδρο και δύο Καθηγητές, κατηγορούμενοι επί εσχάτη προδοσία και ότι υποκινούσαν επανάσταση στη Μακεδονία και τους έριξαν στις φυλακές επί έντεκα μήνες, όπου πέρασαν τα πάνδεινα, που όταν τα διηγιόντουσαν σηκώνονταν οι τρίχες της κεφαλής των ακουόντων.
Ανάλλαγοι, ψειριασμένοι χωρίς καμιά είδηση για την τύχη που τους περίμενε άρχισαν να λιώνουν οι φυλακισμένοι. Στους έντεκα μήνες της φυλάκισης έγιναν φαντάσματα χαλκοπράσινα. Η τροφή τους ήταν άθλια, τα βασανιστήρια αβάσταχτα και η ζωή τους κρεμόταν από μια κλωστή.
Τον Αύγουστο του 1893 ο Νικόλαος Παλιεράκης και οι συγκατηγορούμενοι του δικάστηκαν στα «Σκόπια»,αθωώθηκαν όμως ελλείψει ενοχοποιητικών στοιχείων και με την επέμβαση Ελληνικών και Ξένων διπλωματικών αρχών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μετά την αποφυλάκιση του ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης μέσω Θεσσαλονίκης έφτασε στην Αθήνα, όπου πληρώθηκε τους μισθούς του από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος και του απονεμήθηκε σε ειδική τελετή από το Βασιλιά Γεώργιο Α΄ το ανώτατο Ελληνικό παράσημο «ο Μεγαλόσταυρος του τάγματος του Σωτήρος».
Όπως μας πληροφορεί το βιβλίο «ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΜΕΤΑΛΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» που εξέδωσε το Πολεμικό Μουσείο Αθηνών το 1991 η ένταξη ενός προσώπου σ’ ένα τάγμα Αριστείας και η απονομή «Μεγαλόσταυρων» προβλέπεται σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα 25/5/1833 «μόνο» για έξοχες και έκτακτες υπηρεσίες προς την Πατρίδα, ή έξοχης απόδοσης σε οποιοδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής, των γραμμάτων, επιστημών κλπ και ως εκ τούτου είναι σπάνιες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι από την ίδρυση του Τάγματος (επί Όθωνος 1833) μέχρι το1991 έχουν γίνει 69 απονομές Μεγαλόσταυρων, εκ των οποίων μόνο 17 από το 1935. Σύμφωνα όμως με τις ανέκαθεν ισχύουσες συνταγματικές επιταγές η απονομή παρασήμων στην Ελλάδα δεν συνεπαγόταν την ταυτόχρονη απονομή κάποιου τίτλου π.χ. του «Ιππότη» ή «Sir», είναι όμως η ανώτατη εθνική τιμή που την απονέμει ο εκάστοτε αρχηγέτης (Βασιλιάς ή Πρόεδρος Δημοκρατίας) ύστερα από πρόταση ειδικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου των Ταγμάτων Αξίας και Τιμής.
Ο σταυρός του Μεγαλόσταυρου αναρτάται από τη Μεγάλη Ταινία, η οποία φέρεται από το δεξιό ώμο χιαστί, προς το αντίθετο ισχύο και συνοδεύεται από τον «Αστέρα» και το παράσημο που προσαρτάται στο αριστερό μέρος του στήθους.
Οι τιμηθέντες με ένταξη σε τάγμα αριστείας δικαιούνταν να τα φέρουν εφ’ όρου ζωής και προβλεπόταν η επιστροφή των διασήμων με το θάνατο του τιμηθέντος. Εξαίρεση έγινε μόνο για τις οικογένειες ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ, ΜΙΑΟΥΛΗ και ΛΑΖΑΡΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ.
Όπως σημειώνει σε δημοσίευμα του ο Γ.Π. Εκκεκάκης στην εφημερίδα ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (15/12/2002) τον επόμενο χρόνο το περίφημο «Ημερολόγιο Σκόκου» για το έτος 1904) δημοσίευσε φωτογραφικό πορτραίτο του Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη, θεωρώντας τον προσωπικότητα Πανελλήνιας ακτινοβολίας, φορώντας το Ανώτατο Ελληνικό παράσημο που του χορηγήθηκε για τον αγώνα του για τη διάσωση και διάδοση της Ελληνικής γλώσσας στην περιοχή (Βιτώλια – Μοναστηρίου) της τέως Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και εκ του λόγου τούτου όταν απεβίωσε ετάφη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και του απονεμήθηκαν οι ύψιστες τιμές όπως θα διαβάσουμε στο τέλος της εργασίας μου αυτής.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης, τιμημένος μεν από την Ύψιστη Ελληνική διάκριση αλλά σε ελεεινή κατάσταση δε, έφθασε στο χωριό του Ορθές Μυλοποτάμου Ρεθύμνης, όπου βρήκε την οικογένεια του σε απελπιστική κατάσταση από την έλλειψη κάθε πληροφορίας για την τύχη του και οι διαδόσεις οργίαζαν. Τόσο πολύ είχε στενοχωρηθεί η αρχόντισσα μητέρα του Άννα, που μετά τρία χρόνια πέθανε σε ηλικία 66 ετών.
Όπως γράφω στην αρχή της εργασίας μου η πολυκύμαντη ζωή του Νικόλαου Εμμ. Παλιεράκη θα μπορούσε να γίνει ένα ολόκληρο μυθιστόρημα όπως θα δούμε και παρακάτω.
Το Σεπτέμβριο του 1892 λόγω της μεγάλης φήμης του και της αναγνωρισμένης αξίας του διορίσθηκε στα Χανιά και ανέλαβε Γυμνασιάρχης στο εκεί Γυμνάσιο.
Το 1894 ο Νικόλαος Παλιεράκης παντρεύτηκε κατόπιν συνοικεσίου τη Μαργή Στυλιανού Περδικογιάννη από τις Βούτες Μαλεβυζίου Ηρακλείου μια γυναίκα με πολύ ωραία κατατομή και μεγάλα κάθυγρα αμυγδαλωτά μάτια, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά : τον Τέλλο το 1895 και τον Μίνω τέλος του 1896.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης υπηρετούσε Γυμνασιάρχης στα Χανιά μέχρι τον Ιούνιο του 1896 που «Τούρκοι άτακτοι» έκαψαν τα Χανιά και κατέσφαξαν πλήθος αθώων κατοίκων. Με την επέμβαση των Ναυάρχων των «Μεγάλων Δυνάμεων» μόλις διασώθηκε από άγημα Ιταλών Πεζοναυτών και μεταφέρθηκε στα Ευρωπαϊκά Πολεμικά πλοία που ναυλοχούσαν στο λιμάνι των Χανίων και στη συνέχεια μεταφέρθηκε οικογενειακώς στον Πειραιά σε άθλια κατάσταση.
«Η οικία του στα Χανιά κατεστράφη ολοσχερώς, η πλουσία βιβλιοθήκη του διηπράγη, μηδενός βιβλίου διασωθέντος» σημειώνει στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» ο αδερφός του Γεώργιος. Ο γιός του «Τέλλος» ήταν τότε ενός έτους και η σύζυγος του Μαργή ήταν έγκυος τον «Μίνω», που τον γέννησε στον Πειραιά το ίδιο έτος.
Τον Σεπτέμβριο του 1896 ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης διορίσθηκε Γυμνασιάρχης στην ιστορική πόλη του Μεσολογγίου, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1898, όπως μάλιστα σημειώνει στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του ο αδερφός του Γεώργιος: ο ίδιος και η οικογένεια του Νικολάου Παλιεράκη διασώθηκαν ως εκ θαύματος κατά τη μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου (27 Αυγούστου 1898) ενώ παραθέριζαν στο χωριό καταγωγής Βούτες Ηρακλείου.
Ο αδερφός του Γεώργιος αφιερώνει 17 σελίδες των «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΩΝ» του στις οποίες με γλαφυρό λόγο περιγράφει λεπτομερώς τα φοβερά γεγονότα της σφαγής Ηρακλείου, πώς σώθηκαν από θαύμα και ότι η σφαγή αυτή ήταν η αφορμή για να επέμβουν οι «Μεγάλες Δυνάμεις», να επιδώσουν στην «Υψηλή Πύλη» τελεσίγραφο «άμεσης εκκένωσης» της Κρήτης από τον Τουρκικό Στρατό και να αναγνωρίσουν αμέσως το Πολίτευμα της «Αυτονομίας», που παραχωρούσαν στην Κρήτη, όπως κι έγινε.
Το 1899 ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης διορίσθηκε Γυμνασιάρχης στο Ηράκλειο Κρήτης όπου υπηρέτησε μέχρι το 1913.
Για το συγγραφικό έργο του θείου μου Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη έχω να προσθέσω ότι το 1902 εξέδωσε το ογκώδες (650 σελίδες) και χρήσιμο ακόμη και σήμερα βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΟΝ
ΚΑΤΑ
GUSTAVE DUCOUDRAY
Εκ του Αγγλικού

Εκδότης Ε.Δ. ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑΚΗΣ και τυπώθηκε στα Χανιά στο τυπογραφείο Εμμ. Δ. Φραντζεσκάκη (φωτοτυπία εξωφύλλου από εφημερίδα Κρ. Επιθεώρηση).
Επί «Κρητικής Πολιτείας» ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης εξέδωσε άλλο ένα βιβλίο με τίτλο : ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΟΙΔΙΠΟΔΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥ του Σοφοκλέους
ANALYSE D’ OEDIPE TYRAN DE SOPHOCLE
Τυπώθηκε στα Χανιά στο τυπογραφείο «Η ΠΡΟΟΔΟΣ» του Εμμανουήλ Δ. Φραντζεσκάκη. Το Μοναδικό και φυσικά σπανιότατο φυλλάδιο βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης (Χανιά) στη συλλογή Μιχ. Παπαδάκη (Δανδόλου). Έχω επίσημο αντίτυπο του και είναι στη διάθεση σε όποιον ενδιαφερθεί.
Η αγάπη του Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη για το θέατρο, η ποιότητα της σκέψης του και η ικανότητα που απέκτησε με την άριστη σκηνοθεσία στο ανέβασμα θεατρικών έργων τον παρακίνησαν να γράψει το θεατρικό βιβλίο με τίτλο :
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
(Καθ’ Όμηρον)
ΤΡΑΓΩΔΙΑ
(Κατά Σοφοκλέα)
Τυπώθηκε το 1913 στο Ηράκλειο τυπογραφείο Στυλιανού Μ. Αλεξίου. Είναι σπανιότατο βιβλίο. Αντίτυπο του υπάρχει στις βιβλιοθήκες Χανίων, Ρεθύμνου, Πανεπιστημίου Κρήτης και στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης (Χανιά), Έχω ένα αντίγραφο του σε CD και είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου.
Όπως περιγράφει στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του ο αδελφός του Γεώργιος Εμμ. Παλιεράκης το θεατρικό έργο «ΑΧΙΛΛΕΥΣ» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Γυμνάσιο Ηρακλείου από ερασιτέχνες ηθοποιούς και στη συνέχεια – λόγω της εξαιρετικής επιτυχίας που είχε – στο θέατρο «ΚΑΛΛΙΘΕΑ» της πόλεως Ηρακλείου.
Ήταν ένας θεατρικός θρίαμβος για την εποχή εκείνη και η φήμη αυτή απλώθηκε σ’ όλη την Κρήτη. Οι παραστάσεις του έργου «ΑΧΙΛΛΕΥΣ» προκάλεσαν εντυπώσεις που ξεπέρασαν τα όρια της Κρήτης, έφθασαν στην Αθήνα και ξεσήκωναν κόσμο, και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών να κατεβαίνουν ειδικά στο Ηράκλειο για να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις. Δικοί μας και ξένοι, επίσημοι και λαός γέμιζαν ασφυκτικά το θέατρο. Μήλο δεν έπεφτε στις παραστάσεις. Οι παραστάσεις παίρνανε αέρα μυσταγωγίας. Σιωπή θρησκευτική επικρατούσε μόλις σηκωνόταν η αυλαία. Βελόνα να πεφτε θ’ ακουγόταν. Τα μάτια των θεατών ήταν καρφωμένα στη σκηνή. Άνδρες, γυναίκες, νέοι κρατούσαν την αναπνοή τους και παρακολουθούσαν με αδιάκοπο ενδιαφέρον την παράσταση. Όταν έπεφτε η αυλαία το ακροατήριο χειροκροτούσε με φανατισμό και ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος.
Όπως αναφέρει στα «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» του ο αδερφός του Γεώργιος, ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης υπηρέτησε ως Γυμνασιάρχης στη Θεσσαλονίκη από το 1914 έως το 1917.
Από την ίδια αξιόπιστη πηγή αντλώ την πληροφορία ότι αρχές Ιουλίου του 1918 ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης υπηρέτησε Γυμνασιάρχης στην Αθήνα στο 8ο Γυμνάσιο Αθηνών στην οδό Αγίου Μελετίου, στα Πατήσια.
Έμενε μέσα στο Γυμνάσιο, σε δύο επί τούτω δωμάτια, με τα παιδιά του Τέλλο και Μίνω, φοιτητές Πανεπιστημίου.
Για την εξωτερική εμφάνιση και τα χαρίσματα του βιογραφούμενου Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη ξεκινώ από μια περιγραφή του όπως μου την είχε διηγηθεί, πολλές φορές, η μακαρίτισσα η γιαγιά μου Ανεζίνα σύζυγος Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη, που ήταν η μικρότερη αδερφή του.
«Ο αδελφός μου Νικόλαος ήτανε ένας σπουδαίος Κρητικός, ένας λεβέντης με γοητευτικά μάτια και σγουρά μαύρα μαλλιά. Είχε ανάστημα μάλλον υψηλόν κι έμοιαζε πολύ του πατέρα μας. Ήταν στρογγυλοπρόσωπος κι είχε μουστάκι μικρότερον εκείνου. Ήτανε κομψός με τα «Ευρωπαϊκά» και το τσόχινο πλατύγυρο καπέλο (τότε το σύνολο των ανδρών φορούσαν την «Κρητική στολή»). Ήτανε το καμάρι των γονιών μας και ο αγαπημένος μας αδελφός.
Ήτανε σεμνός, σοβαρός, με ανοιχτό καθαρό πρόσωπο, με γνώσεις απέραντες, με ομιλία καθαρή, ευχάριστη και πλούσια σε περιεχόμενο.
Στο σχολείο άνοιγε το μυαλό των παιδιών και έξω από αυτό τις καρδιές των μεγάλων».
Με πλημμυρισμένα τα μάτια της η γιαγιά μου τελείωνε την αφήγηση λέγοντας :
«Ο αδελφός μου «Νικόλαος» είχε το θείο χάρισμα. Συνδύαζε την ιδιοφυΐα με μια οξύτατη αντίληψη. Είχε φοβερή θέληση και μυαλό στέρεο και πλατύ. Πάνω απ’ όλα όμως ήτανε άνθρωπος. Είχε μια κατ’ εξοχήν ανθρώπινη αρετή την «ανθρωπιά» που ήτανε έντονα αισθητή και αφοπλιστική…..»
Η τοπική, η οικογενειακή και η συγγενική προφορική παράδοση διατηρεί πολλές μαρτυρίες που βεβαιώνουν ότι πράγματι εντυπωσίαζε όλους η μορφή του και τους έκανε να τον εμπιστεύονται, να τον σέβονται και να τον αγαπούν από την πρώτη στιγμή. Δινότανε ατόφιος σε όλους, ό,τι και να τανε στην κοινωνική σκάλα.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης είχε προικιστεί από το Θεό και από τη φύση με άπειρα χαρίσματα. Εγώ θεωρώ ότι ο μακαρίτης ο θείος μου ο Νικόλαος ήταν κι αυτός ένα από τους πολύπαθους, μυθιστορηματικούς, περιπετειώδεις και απίθανους τύπους των Κρητικών Επαναστάσεων. Ήταν απ’ αυτούς τους ανθρώπους που δούλεψε με τη σκέψη, με τη ψυχή, με την καρδιά, με την πέννα, με τη διδασκαλία και με το κήρυγμα για εθνικούς σκοπούς, όπως μας βεβαιώνει η διπλωματική αποστολή του ως εκπαιδευτικού, στα Βιτώλια (Μοναστήρι) της τέως Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (Σκοπίων).
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης ήταν μια πλούσια φύση αφοσιωμένη στα μεγάλα ιδανικά, στην Ελληνική παιδεία και στην Εθνική ιδέα. Ήταν ένας από τους ευγλωττότερους κήρυκες των Ελληνικών ιδεών, της πίστης στις Εθνικές αξίες και της αναζωογονητικής δύναμης του Ελληνισμού. Και σαν τέτοιος πρέπει ιδιαίτερα να προσέχεται. Προ πάντων από τους νεώτερους.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης έμεινε ένα «φαινόμενο» πνευματικού ανθρώπου, που ξεπλήρωσε στο ακέραιο το καθήκον του, την αποστολή του προς το έθνος και τον εαυτό του. Αγωνίστηκε για την αναγέννηση της Εθνικής ψυχής όσο ελάχιστοι. Πρόσφερε στην προσπάθεια του ψυχή, καρδιά και νου.
Η Κρήτη, η Ελλάδα, η κοινωνία πολλά οφείλουν σ’ αυτόν τον αληθινά φωτισμένο άνθρωπο, τον Νικόλαο Εμμ. Παλιεράκη.
Θέλω τέλος να προσθέσω ότι όπως βεβαιώνει η οικογενειακή παράδοση ο βιογραφούμενος δεν ακούστηκε ποτέ να έχει παράπονο για κανέναν, ούτε για συγγενείς, ούτε για πολιτικούς και προπαντός για τον Ελευθέριο Κυρ. Βενιζέλο, που ήταν ένας σπουδαίος συναγωνιστής του και ένας ξεχωριστός και πιστός φίλος του.
Ο Νικόλαος Εμμ. Παλιεράκης ο επιφανέστατος Πολίτης, ο μεγάλος Κρητικός, ο τιμημένος με την ανώτατη Εθνική τιμή, ο ανώτατος εκπαιδευτικός, πέθανε ξαφνικά «σχεδόν πένης» - όπως λένε – στο φτωχικό σπίτι του στην Καλλιθέα Αθηνών το 1925, σε ηλικία 65 ετών, λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί.
Η κηδεία του έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, με δημόσια δαπάνη και του απονεμήθηκαν τιμές «Πρωθυπουργού», όπως αναφέρει στο βιβλίο του (σελ. 13) ο ομοχώριος του Κωστ. Μ. Παδουβάς, που εξέδωσε το 1991.
Όπως όμως ανέφερα προηγουμένως η απονομή στον Νικόλαο Εμμ. Παλιεράκη του Ανώτατου Ελληνικού Παρασήμου, του «Μεγαλόσταυρου του τάγματος του Σωτήρος» ως αναγνώριση και επιβράβευση των εξαίρετων υπηρεσιών του προς την πατρίδα και της έξοχης απόδοσης του στον τομέα των γραμμάτων και των επιστημών επιβάλλουν, κατά την ισχύουσα νομοθεσία και τις συνταγματικές επιταγές, τις ύψιστες επικήδειες τιμές.
Ο θείος μου ο «Νικόλαος» έφυγε από τη ματαιότητα του κόσμου τούτου αφού πέταξε με τα πάλλευκα φτερά της ψυχής του στους πανέμορφους κήπους του Παραδείσου. Θα μείνει όμως στη δική μου ψυχή σαν ένας μεγάλος άρχοντας της ιστορικής του γενιάς. Ένας γενναίος Κρητικός, ένας από τους περήφανους Έλληνες, ένας σοφός άνθρωπος, ένας σπουδαίος πρόγονος.
Αφιερώνω ευλαβικά στη μνήμη του την εργασία μου αυτή, τον απέραντο θαυμασμό και την ευχή. Εκεί στα ύψη τα απρόσιτα, που βρίσκεται η ψυχή του, στην αιώνια γαλήνη, στη γειτονιά των αγίων, των αγγέλων, των γενναίων, των μεγάλων και των εκλεκτών του Θεού να αναπαύεται «εν ειρήνη» κοντά στους γονείς, τ’ αδέλφια του και τους συγγενείς του.
Ογδόντα δύο χρόνια (82) έχουν περάσει από τότε που ο ξεχωριστός αυτός άνθρωπος έφυγε από τη ζωή και πέρασε στην αθανασία. Ας σταθούμε ευλαβικά στη μνήμη του και ας ρίξουμε λίγα ροδοπέταλα αγάπης στον τάφο του. Ας μην τον λησμονήσουμε ποτέ, διότι όπως είπε και ο μεγάλος μας ποιητής Κώστας Ουράνης «οι νεκροί πεθαίνουν όταν τους λησμονάνε…»
Τώρα που η μνήμη του Νικολάου Εμμ. Παλιεράκη ξαναζεί θα του δώσουμε την τιμή και την αξία που του ανήκει…
Αιωνία η μνήμη του.




2 σχόλια:

maria είπε...

ΑΓΑΠΗΤΕ ΦΙΛΕ Ο ΑΝΤΩΝΙΟς Φ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΗΤΑΝ ΓΙΟς ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΨΥΧΡΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ.ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕς ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥΣ "ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ" ΕΙΝΑΙ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ. ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕς ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕς ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΣΤΟ epapadaki2006@yahoo.gr

Ανωπολίτης είπε...

Φίλε,

Δες μια ανάρτησή μου σχετική με τον Ν. Παλιεράκη ΕΔΩ

Αντρέας Π.Χατζηπολάκης