Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Νικολάου Παλιεράκη-Ανάλυση Οιδίποδος Τυράννου..

ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΟΙΔΙΠΟΔΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥ
ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

ANALYSE D’ CEDIPE TYRAN DE SOPHOCLE
ΠΡΟΣ ΟΔΗΓΙΑΝ ΤΩΝ ΘΕΑΤΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟ ΣΚΗΝΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΝ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
1903

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΟΙΔΙΠΟΔΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥ
Λάϊος, ο βασιλεύς των Θηβών, είχε λάβει χρησμόν παρά του μαντείου του Απόλλωνος ότι πέπρωται να αποθάνη υπό του υιού αυτού, όν ήθελε γεννήσει μετά της συζύγου Ιοκάστης. Μετά την γέννησιν λοιπόν υιού διέτρυσεν ούτος τα σφυρά αυτού και έδωκεν αυτόν δούλω τινί, ίνα φονεύση αυτόν. Ο δούλος όμως ευσπλαχνισθείς το παιδίον έδωκεν αυτό επί του όρους Κιθαιρώνος ποιμένι Κορινθίω, όστις εδώρησεν αυτό εις τον άπαιδα βασιλέα της Κορίνθου Πόλυβον και την σύζυγον αυτού Μερόπην, ούτοι δ’ ανέθρεψαν αυτό ως ίδιον τέκνον και ωνόμασαν αυτό Οιδίποδα εκ του παθήματος των ποδών αυτού. Ημέραν τινά εν συμποσίω μεθυσθείς τις απεκάλεσε τον Οιδίποδα νόθον, η δ’ ύβρις αύτη ετάραξε την νεανικήν αυτού ευτυχίαν.
Βαρέως φέρων την ύβριν ταύτην ο Οιδίπους μετέβη εις το μαντείον των Δελφών, ίνα ερωτήση αυτό περί των αληθών αυτού γονένων. Ο Απόλλων όμως, αντί να απαντήση εις την ερώτησιν αυτού, προείπεν αυτώ, ότι θα γεννήσει μετά της μητρός αυτού τέκνα και ότι θα φονεύση τον πατέρα. Ίνα αποφύγη λοιπόν τα φοβερά ταύτα ο Οιδίπους ΄στρεψε τα νώτα εις την Κόρινθον και μόνος, έρημος, ωδοιπόρει δια της Φωκίδος.
Κατά τον αυτόν χρόνον ο Λάϊος επορεύετο εις Δελφούς ως θεωρός. Εκεί δ’ όπου συναντώνται αι από Δελφών και Δαυλίας οδοί συναντά ο Οιδίπους γέροντα οδοιπόρον (τον Λάϊον) εφ’ άρματος οδηγουμένου υπό κήρυκος, οίτινες πειρώνται να εκτρέψωσιν αυτόν βία της οδού. Ο Οιδίπους όμως δεν υποχωρεί, αλλά κτυπά τον αμαξηλάτην. Ο δε γέρων κτυπά τον Οιδίποδα επί της κεφαλής δια μάστιγος, τότε ο Οιδίπους κτυπά και αυτόν δι οδοιπορικής ράβδου, ούτως ώστε έπεσεν εκτός της αμάξης και ούτως εφόνευσε πάντας τους ακολούθους του Λαΐου, ως τουλάχιστον ενόμιζεν. Είς όμως τούτων εσώθη και, ίνα αποφύγη το όνειδος της φυγής, διηγείται επανελθών εις Θήβας, ότι ο Λάϊος εφονεύθη υπό ληστών.
Μετά ταύτα ο Οιδίπους εξηκολούθησε την πορείαν και έφθασε πλησίον των Θηβών, όπου ήτο τότε η Σφίγξ, τέρας φοβερόν, όπερ εφόνευε πάντα, όστις δεν έλυε το προτεινόμενον υπ’ αυτής αίνιγμα. Ο Οιδίπους λύει το προταθέν αίνιγμα και ούτω την μεν πόλιν σώζει, λαμβάνει δε ως σύζυγον την χήραν του αποθανόντος βασιλέως Ιοκάστην και άρχει επί τινα χρόνον ως ευτυχής βασιλεύς, η δε σύζυγος γεννά αυτώ δύο υιούς και δύο θυγατέρας. Αίφνης όμως, φοβερός λοιμός, σταλείς υπό του Απόλλωνος, ως ποινή δια τον φόνον του Λαΐου, καταλαμβάνει την πόλιν και εντεύθεν άρχεται η εξέλιξις του δράματος.

ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
Πρόλογος 1-150. Ο πατρικός βασιλεύς Οιδίπους, ο υπό πάντων κλεινός καλούμενος, προσαγορεύων, ως ίδια τέκνα, τους παίδας και νεανίας, οίτινες γονυκλινείς προ των ανακτόρων έχουσι καταθέσει επί των βωμών ικετηρίους κλάδους, ερωτά τον μετ’ αυτών ιερέα τον λόγον της ικετείας ταύτης και το αίτιον των προσευχών και θρήνων, οίτινες φθάνουσι μέχρι των εαυτού ώτων.
Ο ιερεύς, απαντών, εκτίθησι τον λόγον, δι’ ον αυτοί μεν μετέβησαν προ των ανακτόρων, ο δε λαός φέρων κλάδους είναι συνηθροισμένος προ των διαφόρων ναών της πόλεως, διότι λέγει «η πόλις σαλεύεται (ως πλοίον κλυδωνιζόμενον), φθίνουσιν οι καρποί εν τοις κάλυξι, φθίνουσι τα έμβρυα εν τη κοιλία των ζώων, αι γυναίκες δεν γεννώσι βιώσιμα τέκνα, η δε νόσος, ως πυρφόρος θεός, επελαύνει την πόλιν, ήτις κενούται πολιτών πληρούται δ’ ο Άδης στεναγμών και γόων, τούτου ένεκα ικετεύομεν σε ίνα εύρης σωτηρίαν τινά ως και ότε απήλλαξας την πόλιν της σκληράς Σφιγγός, διότι «ουδέν έστι πόλις έρημος ανδρών».
Γνωρίζω ότι νοσείτε πάντες, τέκνα μου, λέγει τεθλιμμένος ο Οιδίπους, αλλ’ εγώ υποφέρω περισσότερον, διότι λυπούμαι και την πόλιν και εμαυτόν και υμάς, μάθετε λοιπόν, ότι πολλά έχυσα δάκρυα και προθύμως ό,τι εδυνάμην έπραξα, έστειλα δηλ. το γαμβρόν μου Κρέοντα εις το μαντείον των Δελφών, ίνα ερωτήση τον Απόλλωνα περί του πρακτέου και όταν έλθη, να με ονομάζητε κακόν βασιλέα, εάν δεν πράξω όσα αν μοι δηλώση ο θεός.
Ήδη αναγγέλλει ο ιερεύς, ότι έρχεται ο Κρέων εύθυμος και εστεφανωμένος δάφνη, πλησιάσας δε λέγει, ότι φέρει καλήν αγγελίαν και κατ’ απαίτησιν του Οιδίποδος αναγγέλλει ενώπιον πάντων ούτος ότι ο Φοίβος Απόλλων διατάττει, ίνα φονεύσωσιν ή εξορίσωσιν εκ της χώρας τον μιαρόν άνδρα, τον φονέα του Λαΐου, όστις είναι ενταύθα, ότι το ζητούμενον είναι κατορθωτόν εκφεύγει δε το αμελούμενον, ότι ο Λάϊος αποδημών ποτε, ως θεωρός, δεν επανήλθε, διότι εφόνευσαν αυτόν λησταί επιπεσόντες κατ’ αυτού, επειδή δε επίεζε τότε η Σφίγξ τας Θήβας δεν επέτρεψε τοις Θηβαίοις να αναζητήσωσι τους φονείς του βασιλέως Λαΐου.
Ο Οιδίπους υπισχνείται ήδη, ότι και χάριν της χώρας και χάριν του θεού και χάριν εαυτού θα απομακρύνη τον μιαρόν φονέα, προσκαλεί τους νέους να εγερθώσιν από των βωμών και να προσέλθη σύμπας ο λαός, διότι έχει σκοπόν να πράξη ό,τι δύναται, ο ιερεύς παρακελεύεται τότε τους νέους να απέλθωσι και εύχεται, ίνα ο Απόλλων σώση την πόλιν καταπαύων την νόσον.
Χορός (πάροδος 151-215). Ο χορός, φόβω συνεχόμενος, αναλογίζεται τι άραγε εννοεί ο χρησμός και τι καθήκον επιβάλλει τη πόλει, και επικαλείται την Αθηνάν, τον Απόλλωνα και την Αρτέμιδα, να προσέλθωσι και νυν βοηθοί, ως και άλλοτε, διότι αι μεν γυναίκες δεν σώζονται εκ των ωδίνων, οι πολίται δίκην ταχυπτέρου πτηνού και ακαταγωνίστου πυρός κατέρχονται εις Άδου, τα πτώματα αυτών κείνται άταφα και αι σύζυγοι και αι πολιαί μητέρες στενάζουσι παρά τοις βωμοίς, και παρακαλεί την Αθηνάν να εκδιώξη τον καταστρεπτικόν τούτον θεόν εις τα βάθη της θαλάσσης, τον δε πατέρα Δία να κεραυνώση αυτόν, και τον πολιούχον Διόνυσον να κατακαύση αυτόν.
Ο Οιδίπους προσερχόμενος επί της σκηνής επικαλείται την προσοχήν των Θηβαίων και διατάσσει αυτούς να δείξωσι τον φονέα ή τουλάχιστον να αποκλείσωσιν αυτόν, ως μικρόν, πάσης κοινωνικής και θρησκευτικής αναστροφής, διότι, πλην του ότι διέταξε τούτο ο Απόλλων, απώλετο και ανήρ και βασιλεύς άριστος, και υπισχνείται ότι θα ενεργήση ό,τι δυνατόν, ως εάν ο Λαϊος ήτο πατήρ αυτού (οία ειρωνεία !). Τοις δε παραβάταις των διαταγών αυτού εύχεται μη τε η γη να παράσχη καρπόν μη τε αι γυναίκες τέκνα, ο δ’ εργάτης του φόνου να κατατρίψη κακώς τον βίον, και εάν υπάρχη εν τω οίκω αυτού εν γνώσει αυτού (οίκτος !) να πάθη όσα αυτός κατηράσθη.
Μετά μικρόν διάλογον, μεταξύ χορού και Οιδίποδος, καθ’ όν ο χορός δικαιολογών εαυτόν λέγει, ότι ούτε εφόνευσε ούτε γνωρίζει τον φονέα, συνιστά τω Οιδίποδι να προσκαλέση τον μάντιν Τειρεσίαν.
Ο Οιδίπους είχε πράξει τούτο και ήδη προσέρχεται ο Τειρεσίας οδηγούμενος υπό παιδός. Τούτω εκτίθησιν ο Οιδίπους την φοβεράν θέσιν της πόλεως και τον χρησμόν του θεού και παρακαλεί αυτόν να σώση την πόλιν «διότι είναι άριστος κόπος να ωφελή τις από ό,τι έχει και δύναται».
Ο θεόληπτος μάντις, γνωρίζων ότι αυτός ο Οιδίπους είναι ο φονεύς του Λαΐου, αρνείται να απαντήση και ούτω εγείρεται σφοδρός διάλογος μεταξύ αμφοτέρων, καθ’ όν ο δυστυχής Οιδίπους κατ’ αρχάς μεν παρακαλεί τον μάντιν, είτα δ’ οργίζεται κατ’ αυτού λέγων μάλιστα, ότι και ούτος είναι συνένοχος και ότι, εάν δεν ήτο τυφλός θα έλεγεν, ότι αυτός μόνος διέπραξε τον φόνον, ο δε Τειρεσίας οργισθείς και αυτός ομολογεί ότι αυτός είναι ο φονεύς του Λαΐου, ότι από της ημέρας εκείνης δεν πρέπει να προσαγορεύη τις αυτόν και ότι αναστρέφεται αισχίστως μετά των φιλτάτων (της μητρός). Ο Οιδίπους όμως φρονεί ότι η φοβερά αύτη αλήθεια είναι αποτέλεσμα οργής και υβρίζων ονομάζει αυτόν τυφλόν τα ώτα, τον νουν και τα όμματα.
Μετά τινας αντεγκλήσεις ο Οιδίπους συλλαμβάνει την ίδέαν, ότι ο μάντις μετά του Κρέοντος συνώμοσαν, ίνα εκδιώξωσιν αυτόν της αρχής. Ο δε χορός, μάρτυς της λογομαχίας ταύτης, φρονεί, ότι οι εκατέρωθεν λόγοι ήσαν αποτέλεσμα οργής και συνιστά, ίνα από κοινού σκέψωνται περί του πρακτέου. Ο Τειρεσίας όμως οργιζόμενος έτι μάλλον, επί τω ότι ωνόμασεν αυτόν τυφλόν ο Οιδίπους, προλέγει αυτώ τα φοβερά τάδε, «συ βλέπεις και όμως δεν βλέπεις εν τίνι κακώ ευρίσκεσαι ουδέ πού, ουδέ μετά τίνων κατοικείς, δεν γνωρίζεις την καταγωγήν σου, δεν εννοείς, ότι είσαι εχθρός των τε νεκρών και των ζώντων συγγενών σου, δεινή δε κατάρα θα σε εκδιώξη εκ ταύτης της χώρας τυφλόν και ουδέν όρος θα σε δεχθή όταν μάθη τον ανόσιον γάμον σου, όστις θα σε αποδείξη αδελφόν των τέκνων σου». Επί τοις λόγοις τούτοις ο Οιδίπους εκδιώκει αυτόν ως μωρόν, ούτος δε λέγει, ότι κατ’ αυτόν μεν είναι μωρός, ενώπιον των γονέων αυτού όμως είναι φρόνιμος.
Επί τω ακούσματι των γονέων αυτού ο Οιδίπους ταράττεται και παρακαλεί τον Τειρεσίαν, ίνα μείνη, όπως είπη αυτώ τίνες είναι ούτοι, ούτος όμως κελεύει τον οδηγόν να απαγάγη αυτόν επιλέγων τα φοβερά τάδε, « ο ανήρ ον ζητείς είναι ενταύθα, θα τυφλώση εαυτόν, θα γείνη πτωχός από πλουσίου, θα πορευθή εις ξένην γην στηριζόμενος επί βακτηρίας, θα αποδειχθή αδελφός και πατήρ των τέκνων, υιός και σύζυγος της μητρός, ομόσπορος και φονεύς του πατρός αυτού».
Τέλος του Αου μέρους
Χορός Αον στάσιμον 463-512. Ο χορός λέγει ότι είναι καιρός να φύγη ο φονεύς ταχύτερον των ταχέων ίππων, διότι ο Απόλλων και αι φοβεραί Ερινύες του Λαΐου καταδιώκουσιν αυτόν, δεν πείθεται όμως ότι ο Οιδίπους είναι ένοχος, φρονεί ότι ο μάντις ίσως ηπατήθη, διότι μόνον ο Ζεύς και ο Απόλλων είναι αλάθητοι, ο δε Τειρεσίας είναι άνθρωπος, κατ’ ακολουθίαν δεν δύναται να θεωρήση τον Οιδίποδα κακόν.
Ήδη προσέρχεται επί της σκηνής ο Κρέων, όστις ακούσας τας κατ’ αυτού κατηγορίας του Οιδίποδος και δικαιολογούμενος, λέγει, ότι δεν επιθυμεί την ζωήν εάν έβλαψε κατά τι τον Οιδίποδα, ο δε χορός, πειρώμενος να καθησυχάση αυτόν, λέγει, ότι μάλλον εξ οργής ή εκ πεποιθήσεως ελέχθησαν οι λόγοι ούτοι, ότε δ’ ερωτά αυτόν αύθις ο Κρέων εάν οι λόγοι του Οιδίποδος ελέχθησαν μετά πεποιθήσεως, ο χορός, ως ευπειθής υπήκοος, απαντά ότι «δεν έχει οφθαλμούς ουδ’ ώτα δι’ όσα πράττουσιν οι άρχοντες».
Ο Οιδίπους διερχόμενος έξω των μεγάρων και βλέπων τον Κρέοντα προβαίνει επί της σκηνής και μεστός οργής λέγει «πώς ήλθες εις τον οίκον μου συ ο φονεύς του Λαΐου και άρπαξ της αρχής μου, με ενόμισας δειλόν ή μωρόν ή ότι δεν θα εμάνθανον την πράξιν σου ή ότι δεν θα εδυνάμην να αμυνθώ;». Ενταύθα διαλογικώς ο μεν Οιδίπους επιρρίπτει αυτώ το διάβημα του Τειρεσίου, ο δε Κρέων πειράται να απολογηθή, λέγων, ότι θα ήτο ανόητος να επιδιώξη την κατάληψιν της αρχής, ενώ ήδη, ως γαμβρός αυτού, έχει πάντα τα ωφελήματα της αρχής χωρίς να έχη τας ευθύνας και τους φόβους, ότι δεν πρέπει τις άνευ αποδείξεως να θεωρή τον χρηστόν άνθρωπον κακόν και να διαρρηγνύη την φιλίαν, ότι μόνος ο χρόνος αποδείκνυσι τον δίκαιον άνδρα, τον άδικον όμως δύναται τις να γνωρίση και εν μια ημέρα. Ο χορός συμβουλεύει τω Οιδίποδι προσοχήν διότι οι αποφασίζοντες ταχέως δεν αποφασίζουσιν ασφαλώς. Ο Οιδίπους όμως δεν πείθεται και αποφασίζει να φονεύση αυτόν.
Ήδη ο χορός αναγγέλλει την Ιοκάστην, ήτις, ακούσασα την λογομαχίαν, οικτίρει αμφοτέρους, διότι, της πόλεως νοσούσης, ίδια κινούσι κακά και προτρέπει αυτούς να μεταβώσιν εις τα ίδια, ότε δε μανθάνει αύτη ότι ο Οιδίπους απεφάσισε να φονεύση τον Κρέοντα μεσολαβεί και αφίεται ούτος ελεύθερος. Μεθ’ ό ερωτώσα τον Οιδόποδα το αίτιον της οργής αυτού μανθάνει, ότι ωργίσθη κατά του Κρέοντος, διότι τη εισηγήσει αυτού, ο Τειρεσίας ωνόμασεν αυτόν φονέα του Λαΐου.
Η Ιοκάστη, μετά την αποχώρησιν του Κρέοντος, θέλουσα να καθησυχάση αυτόν, ομιλεί περιφρονητικώς περί της μαντικής, λέγουσα ότι ήλθε ποτε χρησμός τω Λαΐω, ότι είναι πεπρωμένον να αποθάνη ούτος υπό του παιδός αυτού, ενώ ούτος εφονεύθη υπό ληστών εν τριπλαίς αμαξιτοίς, το δε τέκνον αυτού 3 ημέρας μετά την γέννησιν συνάψας περόνη τα σφυρά έρριψεν εις άβατον όρος και ούτω δεν επληρώθη ο χρησμός.
Ο Οιδίπους ακούσας ότι ο Λάϊος εφονεύθη εν τη σχιστή οδώ, ήτις άγει επί το αυτό από Δελφών και Δαυλίας ταράσσεται σφόδρα, διότι ακριβώς εκεί εφόνευσεν ούτος άγνωστον γέροντα και ερωτά ανυπομόνως περί του χρόνου του φόνου, του αναστήματος και της ηλικίας του Λαΐου, ότε δε μανθάνει ότι εφονεύθη ούτος ολίγον προ της αφίξεως αυτού εις Θήβας, ότι προ μικρού είχε λευκανθή την κεφαλήν και ότι ήτο όμοιος αυτώ, καταλαμβάνεται υπό μεγάλης ψυχικής ταραχής και τέλος αναφωνεί «φοβούμαι πολύ ότι ο τυφλός μάντις βλέπει».
Συνεχίζων την εξέτασιν ο Οιδίπους μανθάνει ότι οι ακόλουθοι του Λαΐου ήταν 5 και ότι έφερε τον Λάϊον άμαξα ημιονική. Μετά ταύτα ερωτά την Ιοκάστην τις έδωσε τας πληροφορίας ταύτας, αύτη δ’ απαντά ότι τας πληροφορίας ταύτας έδωκε τις, όστις μένει εν τοις αγροίς ως ποιμήν, διότι μετά τον θάνατον του Λαΐου δεν ήθελε να μένη εν τη πόλει, αλλά διατί δυσφορείς; ερωτά η Ιοκάστη.
Ο Οιδίπους απαντά ότι ο πατήρ αυτού ωνομάζετο Πόλυβος, βασιλεύς της Κορίνθου, η δε μήτηρ αυτού Μερόπη, ότι ποτέ εν συμποσίω απεκλήθη νόθος, τούτου δ’ ένεκα μετέβη εις το μαντείον των Δελφών, ίνα ερωτήση αυτό περί των αληθών αυτού γονέων. Ο Απόλλων όμως δεν έκρινεν αυτόν άξιον απαντήσεως, αλλ’ είπεν αυτώ δεινά και δυστυχή, ότι θα συνέλθη μετά της μητρός, ότι θα γεννήση τέκνα, τα οποία δεν θα δύνανται να βλέπωσιν οι άνθρωποι και ότι θα φονεύση τον πατέρα. Ακούσας ταύτα έφευγε την Κόρινθον, ότε δ’ έφθασε τον χώρον όπου, ως λέγει η Ιοκάστη, εφονεύθη ο βασιλεύς, συνήντησε κήρυκα και γέροντα επί πωλικής αμάξης. Επειδή δ’ ο αμαξηλάτης προσεπάθει να εκτρέψει αυτόν της οδού εκτύπησεν αυτόν και είτα τον γέροντα και ούτω εφόνευσε πάντας «εάν δ’ ο ανήρ ούτος είναι ο Λάϊος τις άλλος είναι αθλιώτερος εμού».
Ο χορός προτρέπει αυτόν να ελπίζη, η δ’ Ιοκάστη παραμυθεί αυτόν λέγουσα το μεν, ότι ο Λάϊος, κατά τον ποιμένα, εφονεύθη υπό ληστών, το δε, ότι ο Απόλλων είπεν ότι θα φονευθή υπό του υιού αυτού και όμως ο υιός απέθανεν προ του πατρός. Ο Οιδίπους επιμένει να έλθη εκ των αγρών ο ποιμήν, η δ’ Ιοκάστη υπισχνείται να φέρη αυτόν και οδηγεί αυτόν εις τα ανάκτορα.
Βον στάσιμον (863-910). Ο χορός, ακούσας της Ιοκάστης βλασφημούσης, αποδοκιμάζει αυτήν και εύχεται να η αγνός λόγω και έργω καθ’ όλον τον βίον, διότι της αγνείας πρόκεινται θείοι νόμοι μεγάλην έχοντες δύναμιν. Εάν τις εξ αλαζονείας δεν φοβήται την δίκην και δεν σέβηται τους ναούς των θεών παρακαλεί ο χορός να τιμωρηθή ο τοιούτος.
Η Ιοκάστη εξελθούσα των ανακτόρων και αποτεινομένη προς τον χορόν λέγει ότι ο Οιδίπους λυπείται υπερβαλλόντως, μεθ’ ό στρεφομένη εις το πλησίον κείμενον άγαλμα του Απόλλωνος παρακαλεί αυτόν να εύρη καλήν τινα λύσιν.
Ήδη εμφανίζεται επί της σκηνής άγγελος εκ Κορίνθου αγγέλλων, ότι ο βασιλεύς Πόλυβος απέθανε και ότι οι Κορίνθιοι σκοπούσι να ανακηρύξωσι τον Οιδίποδα, ως υιόν αυτού, βασιλέα της χώρας. Η Ιοκάστη παραμυθουμένη χλευάζει τον χρησμόν, καθ’ όν ο Οιδίπους έμελλε να φονεύση αυτόν (τον Πόλυβον) και στέλλει πρόσπολον τινα, ίνα προσκαλέση τον Οιδίποδα.
Ο Οιδίπους εξελθών των ανακτόρων μανθάνει παρ’ αυτού του αγγέλου τον θάνατον του Πολύβου, μεθ’ ό και αυτός ομιλεί περιφρονητικώς περί των μαντειών και των οιωνών.
Παρήλθε λοιπόν, ως νομίζει, ο περί του φόνου του πατρός φόβος του Οιδίποδος μένει όμως ο περί της μητρός φόβος, αλλά και τούτου νομίζει ότι απαλλάττει αυτόν ο άγγελος λέγων ότι δεν είναι ούτος υιός ούτε του Πολύβου ούτε της Μερόπης, αλλ’ ότι αυτός ο ίδιος έδωκε τούτον εις αυτούς ευρών αυτόν, διατρύτους έχοντα τους πόδας, επί του όρους Κιθαιρώνος, όπου έβοσκε τα ποίμνια του Πολύβου.
Ο Οιδίπους, πλήρης αγωνίας, ερωτά αυτόν τις έδωκεν αυτώ το παιδίον και τίνος ήτο τέκνον τούτο, ο δ’ άγγελος προβαίνων εις τας αποκαλύψεις αυτού λέγει, ότι το παιδίον έδωκεν αυτώ ποιμήν τις του Λαΐου, όν ζητεί επιμόνως ο Οιδίπους, εις ύψιστον σημείον ψυχικής ταραχής ευρισκόμενος.
Η Ιοκάστη εννοήσασα την αποκαλυφθείσαν φοβεράν αλήθειαν πειράται να αποτρέψη τον Οιδίποδα να εξετάση τα περαιτέρω, ούτος όμως δεν πείθεται, απέρχεται δε συντετριμμένη ψυχικώς και ολολύζουσα τα φοβερά τάδε «ιού, ιού δύστηνε, τούτο γαρ σ’ έχω μόνον προσειπείν, άλλο δ’ ούποτ’ ύστερον» και απερχομένη απάγχεται. Ο Οιδίπους όμως ουδεμίαν προσοχήν δίδει εις τους θρήνους της Ιοκάστης, θεωρεί δ’ ήδη εαυτον τέκνον της Τύχης, διότι ακόμη δεν εσχημάτισε την πεποίθησιν, ότι είναι υιός της συζύγου αυτού Ιοκάστης.
Γον στάσιμον (1086-1109). Και αυτός ο χορός, θεωρών τον Οιδίποδα ως τέκνον της Τύχης, λέγει, ότι ταχέως θα εγκωμιάση τον Κιθαιρώνα ως τροφόν και μητέρα του βασιλέως αυτού και εν απορία ερωτά τις άρα γε των αγροτικών θεών έσπειρεν αυτόν συνελθών μετά τινος Νύμφης.
Ήδη προσέρχεται επί της σκηνής ο ποιμήν, όστις είχεν εκθέσει τον μικρόν Οιδίποδα επί του όρους Κιθαιρώνος. Μετά μικράν δ’ ανάκρισιν, καθ ήν ούτος μεν πειράται να αποκρύψη την αλήθειαν, ο δε Οιδίπους απειλεί να υποβάλη αυτόν εις βασανιστήρια, αναγκάζεται να ομολογήση ούτος, ότι πράγματι παρέλαβε τον Οιδίποδα παρά της Ιοκάστης, ίνα φονεύση αυτόν, διότι χρησμός τις είχεν ειπεί, ότι έμελλε να φονεύση τον πατέρα αυτού, αλλ’ ούτος ευσπλαγχνισθείς έδωκεν εις τον Κορίνθιον ποιμένα.
Ο δυστυχής Οιδίπους, το ευγενές τούτο θύμα απηνούς μοίρας, ανακαλύπτει ήδη άπασαν την φοβεράν αλήθειαν και άπελπις αναφωνεί «ιού, ιού, ω φως, είθε να σε ίδω τελευταίον σήμερον, εγώ, όστις εγεννήθην αφ’ ων δεν έπρεπεν, όστις συνέζων μεθ’ ων δεν έπρεπεν και όστις εφόνευσα ούς δεν έπρεπεν».
Τέλος του Βου μέρους
Δον στάσιμον(1186-1222). Ο χορός επί τη καταστροφή του ευγενούς βασιλέως ελεεινολογών τον ανθρώπινον βίον, λέγει, ότι μόνιμος ευδαιμονία είναι ανέφικτος, παράδειγμα ο Οιδίπους, όστις εν ω υπήρξεν ευτυχέστατος και σωτήρ της πατρίδος, εγένετο αθλιώτατος και εύχεται να μη είχε γνωρίσει αυτόν.
Έξοδος(1222-τέλους). Ενταύθα ο εξάγγελος, αναγγέλλων τα δυστυχήματα του οίκου του Λαβδάκου λέγει, ότι ουδείς ποταμός δύναται να αποπλύνη τον οίκον τούτον, μεθ’ ό διηγείται, ότι η Ιοκάστη εισελθούσα εις τον νυμφικόν θάλαμον απέσπα την κόμην δι’ αμφοτέρων των χειρών. Εν τω μεταξύ εισελθών εις τον οίκον ο Οιδίπους ζητεί ξίφος, ως δ’ είδε την Ιοκάστην κρεμαμένην δεινά βρυχηθείς, ο ταλαίπωρος, χαλά τον κρεμαστόν βρόχον και είτα αποσπάσας χρυσάς περόνας απ’ αυτής κτυπά πολλάκις τας κόρας των οφθαλμών, ίνα εν τω μέλλοντι μη βλέπη εκείνους τους οποίους δεν έπρεπε (τα τέκνα) και μη γνωρίση εκείνους τους οποίους έπρεπε (τους γονείς). Ούτω η παλαιά ευτυχία είναι σήμερον στεναγμός, δυστυχία, αισχύνη, πάντα τα κακά, και φωνάζει να ανοίξωσι τας θύρας, ίνα ίδωσι πάντες τον πατροκτόνον.
Ο χορός, βλέπων το δεινόν τούτο θέαμα, οικτείρει το ατυχές θύμα και αποστρέφει το πρόσωπον λέγων, ότι και θέλων δεν δύναται να προσβλέψη αυτόν.
Ο Οιδίπους δια θρηνητικού από σκηνής άσματος οικτείρει την εαυτον τύχην, ευχαριστεί τον χορόν, διότι και μετά την τύφλωσιν αυτού εξακολουθεί περιποιούμενος αυτόν, ομολογεί, ότι ο Απόλλων ετύφλωσεν αυτόν, παρακαλεί τον χορόν να απαγάγωσι μακράν αυτόν, τον καταρατότατον και θεοίς έχθιστον και καταράται τον ποιμένα, όστις έσωσεν αυτόν, ίνα διαπράξη αίσχιστα κακά.
Ο χορός δεν επιδοκιμάζει την τύφλωσιν και λέγει, ότι θα ήτο καλλίτερον να απέθνησκεν ή να ζη τυφλός.
Ο Οιδίπους όμως δικαιολογεί εαυτόν, λέγων, ότι ετυφλώθη, ίνα μη βλέπη εν Άδου τον πατέρα, ουδέ την δυστυχή μητέρα, ουδέ τα τέκνα, γεννηθέντα όπως εγεννήθησαν, ουδέ την πόλιν και τους πύργους και τα ιερά των θεών αγάλματα και εάν υπήρχεν έτι φραγμός και της ακοής θα απέκλειε και τούτον, ίνα μη ακούη, μεθ’ ό μεμφόμενος τω Κιθαιρώνι, όστις δεν εφόνευσεν αυτόν, τω Πολύβω και τη Κορίνθω, οίτινες έσωσαν αυτόν επί κακώ, επιφωνεί την τρίοδον, ήτις έπιε το αίμα του πατρός και τον γάμον τον αποτρόπαιον, παρακαλεί τους χορευτάς να ρίψωσιν αυτόν έξω της πατρίδος ή εν τη θαλάσση ή να φονεύσωσιν αυτόν, αιδούμενοι το ιερόν φως του ηλίου.
Οι χορευταί όμως παραπέμπουσιν αυτόν εις τον νέον βασιλέα Κρέοντα, όστις προσερχόμενος δεν μνησικακεί αλλά συγχωρεί και οικτείρει αυτόν λέγων, ότι θα πράξη περί αυτού ό,τι αν αποφασίση ο θεός.
Μετά ταύτα παρακαλεί ο Οιδίπους τον Κρέοντα να ρίψη αυτόν επί του Κιθαιρώνος, συνιστά αυτώ τας αθλίας θυγατέρας, άς επιτρέπεται αυτώ να εγγίση δια τελευταίαν φοράν, ελεεινολογεί την θέσιν και το μέλλον αυτών, μεθ’ ό εισάγεται εις τα ανάκτορα, ο δε χορός λέγει την πολυθρύλητον ρήσιν ότι «δεν πρέπει να μακαρίζη τις τινα πριν ούτος περάση το τέρμα του βίου μηδέν λυπηρόν παθών».

1 σχόλιο:

Angeliki είπε...

Κύριε Παλιεράκη, χρόνια πολλά αρχικά. ψάχνοντας για πληροφορίες στο δίκτυο για τους καθηγητές του γυμνασίου Χανίων από την ίδρυσή του, βρέθηκα μπροστά στη σελίδα σας που με ενδιαφέρει πολύ. Ερευνώ και μελετώ τα σχετικά με τη γυμνασιακή εκπαίδευση στα Χανιά του 19ου αιώνα μέχρι το 1922 περίπου. Έχω βρει αρκετό υλικό και συνεχώς βρίσκω. Υπάρχουν όμως κενά. Καθώς λοιπόν καταλαβαίνετε ό,τι γράφετε για το θείο σας μου είναι χρήσιμο, γιατί συμπληρώνει όσα έχω βρει.
Είμαι φιλόλογος και μέχρι πέρισυ που συνταξιοδοτήθηκα, ήμουν διευθύντρια του 1ου Γυμνασίου Χανίων. Βρισκόμαστε μάλιστα στη διαδικασία δημιουργίας μουσείο σέ χώρο του Γυμνασίου, που ήδη έχει ετοιμασθεί. Φωτογραφικό και άλλο υλικό θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον για το μουσείο. Αν μάλιστα στο αρχείο του Νικολάου Παλιεράκη υπάρχουν και κάποιες πληροφορίες για το ίδιο το γυμνάσιο ή τους καθηγητές της εποχής εκείνης θα μας εξαιρετικά χρήσιμα. Θα μπορούσαμε να έλθουμε σε κάποια επικοινωνία για λεπτομέρειες.
Ευχαριστώ πολύ
Αγγελική Καραθανάση