Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Απόσπασμα από τα "Απομνημόνευματα" του Γεωργίου Παλιεράκη

Εγεννήθην εις το χωρίον Ορθέ Μυλοποτάμου το εσπέρας της 25ης Ιουλίου 1870, έν έτος μετά την πτώσιν της μεγάλης Κρητικής Επαναστάσεως του 1866-1869 ως πολλάκις ήκουσα τους γονείς μου να λέγουν κατά την επανάστασιν ταύτην η οικογένεια μου με πολλούς άλλους είχαν φύγει από το Μπαλί και είχεν έλθει πρόσφυξ εις Αθήνας. Δηλαδή η μήτηρ μου και τα αδέλφια μου, διότι ο πατήρ μου είχε παραμείνει πολεμιστής εν Κρήτη καθό μάλιστα οπλαρχηγός και Καπετάνιος των Ορθιανών, λαβών μέρος εις όλας τας μάχας της επαναστάσεως εκείνης.
Η μήτηρ μου με την αδελφήν μου Μαριγώ και τους αδελφούς μου Νικόλαον, Μάρκον και Βασίλειον ευρίσκοντο πρόσφυγες εις Αθήνας. Εκάθειντο εις την Πλάκα……………………….
Ο μακαρίτης αδελφός μου Νικόλαος είχε διορισθεί κατά το προηγούμενον σχολικόν έτος καθηγητής της Α΄ Γυμνασιακής τάξεως η οποία είχε ιδρυθεί και ελειτούργησεν το πρώτον κατά το ειρημένον προηγούμενον σχολικόν έτος 1883-1884. Ούτος υπήρξεν καθηγητής μου κατά το σχολικόν τούτο έτος 1884-1885……………………….
Κατά το τέλος του σχολικού τούτου έτους υποβληθείς εις εξετάσεις προήχθην εις την Βαν τάξιν του Γυμνασίου με τον βαθμόν «λίαν καλώς» 5 και 9/18 και διαγωγήν αξίαν επαίνων ως μαρτυρεί το εις χείρας μου ενδεικτικόν υπ. Αριθ. 5 και χρονολογία 29 Ιουνίου 1885 υπογεγραμμένον υπό του ως είρηται καθηγητού αδελφού μου Νικολάου Παλιεράκη. Μετά τας εξετάσεις ο μεν αδελφός μου παραιτηθείς της θέσεως του καθηγητού Ρεθύμνης ανεχώρησεν δια Γερμανίαν προς περαιτέρω σπουδάς,……….
Κατά την άνοιξιν του 1888 ο αδελφός μου Νικόλαος επανήλθε εξ Ευρώπης και διωρίσθη καθηγητής της Γ΄ τάξεως του Γυμνασίου Χανίων, του οποίου Γυμνασιάρχης ήτο ο Βασ. Ψιλάκης και ανέλαβε τα καθήκοντα του κατά Σεπτέμβριον του σχολικού τούτου έτους 1888-1889. Κατά το έτος λοιπόν τούτο με παρέλαβεν μαζί του και εφοίτησα εις την Δ΄ Γυμνασιακήν τάξιν εν Χανίοις. Συγχρόνως με εμέ συνετήρει και τον Μιχαήλ Σγουρόν εκ Μετοχίων
[1] Μυλοποτάμου, όστις ήτο τότε μαθητής της Γ΄ τάξεως του Γυμνασίου. Ετρώγαμεν μαζί εις το εστιατόριον Μανίτη παρά τον λιμένα ευρισκόμενον και επλήρωνε με τον μήνα. Η αιτία δια την οποίαν συνετήρει δι’ εξόδων του τον Μιχαήλ Σγουρόν ήτο διότι ο πατήρ του Νικόλαος Σγουρός είχεν υποστηρίξει τον αδελφόν μου κατά το προηγούμενον έτος και είχεν εκλεγεί βουλευτής Μυλοποτάμου μαζί με τον Χαρίλαον Ασκούτσην και Στυλιανόν Δάνδολον. Είχεν ενοικιάσει μαζί με τον καθηγητήν Πέτρον Μανταδάκην σπίτι ολόκληρον διόροφον εις την Συνοικίαν «Κρύο Γερασάλι» Χανίων όπου εμέναμεν. Εκείνος μεν με τον κ. Μανταδάκην εις τα ανώγεια δωμάτια, εγώ δε με τον Μιχαήλ Σγουρόν εις τα ισόγεια εμελετούσαμεν και εκοιμώμεθα. Κατά τας εκλογάς ταύτας (τέλους 1888) υπερίσχυσε το λεγόμενον «Κόμμα των ξυπόλυτων» των χωρικών. Τουτέστιν εις ο και ημείς ανήκομεν, κατ’ αντίθετον προς το Κόμμα το λεγόμενον «των Καραβανάδων» ήτοι των αστών των πλησιαζόντων την Τουρκικήν Κυβέρνησιν και κατεχόντων τας δημοσίας θέσεις .
Εις το κόμμα μας των ξυπόλυτων ανήκε και ο τότε το πρώτον εκλεγείς Βουλευτής Χανίων Ελευθέριος Βενιζέλος. Ως προς τούτον ενθυμούμαι το εξής αξιοσημείωτον:
Ήτο Απρίλιος του 1889. Είχε συνέλθει η Κρητική Βουλή και κατά τας πρώτας συνεδριάσεις ως είθισται έκαμεν έλεγχον των στοιχείων της εκλογής εκάστου βουλευτού και τους καλώς έχοντας και άνευ ενστάσεως κατ’ αυτών ουδεμιάς, ανηγόρευσε βουλευτάς νομίμως εκλεγέντας. Κατά τον έλεγχον των στοιχείων της εκλογής Βενιζέλου ευρέθη ότι ούτος δεν είχε την νόμιμον ηλικίαν των 30 ετών ως απήτει ο περί εκλογής Βουλευτων Νόμος. Υπεβλήθη λοιπόν ένστασις κατά της εκλογής αυτού και αίτησις αποβολής του εκ του Βουλευτηρίου εκ μέρους των βουλευτών της αντιθέτου παρατάξεως ήτοι των Καραβανάδων. Εγένετο μικρά συζήτησις επί της ενστάσεως εις ην έλαβον μέρος πολλοί, άλλοι υπέρ και άλλοι κατά, καθώς και ο καθ’ ου η ένστασις Ελευθ. Βενιζέλος υπεραμυνθείς του νομίμου της εκλογής του, η οποία μετά μακράν αγόρευσιν του επεκυρώθη υπό της πλειοψηφίας της Βουλής, εφ’ όσον το Κόμμα των Ξυπόλυτων εις ο ανήκεν είχε την πλειοψηφίαν.
Μετά την αγόρευσιν επί της εκλογής του (του Βενιζέλου) και την επικύρωσιν αυτής την ιδίαν ημέραν ήλθαν εις το σπίτι μας εις την Συνοικίαν «Καστέλλο» ο Χαράλαμπος Καλοειδάς και Γεώργιος Ανδρεδάκης
[2] βουλευταί εξ Αμαρίου και μετά του αδελφού μου ωμίλουν μετά θαυμασμού δια την αγόρευσιν του Βενιζέλου, οπότε ήκουσα τον αδελφόν μου, ο οποίος ωσεί προφήτης, είπε τα εξής προφητικά: «μωρέ παιδιά αυτός ο νέος θα γίνη ένας εξαιρετικός πολιτευόμενος και θα κάμη στην πατρίδα μας – και να το θυμάσθε – ή μεγάλο καλό ή μεγάλο κακό». Από τότε προείδεν ο μακαρίτης αδελφός μου την μεγάλην πολιτικήν σταδιοδρομίαν του Βενιζέλου και τον ρόλον που έπαιξεν εις τας τύχας της Κρήτης και του Ελληνισμού εν γένει.
Μετά την επικράτησιν του κόμματος των Ξυπόλυτων τούτο υπέδειξε και επέμενε να διορισθή ο μακαρίτης αδελφός μου Αρχιγραμματεύς της Γεν. Διοικήσεως Κρήτης και ούτως διωρίσθη τοιούτος κατά Μάϊον του 1889 με μηνιαίον μισθόν, τον μεγαλύτερον τότε εν Κρήτη 40 λίρες Τουρκίας. Συγχρόνως το Κόμμα έπαυσεν από τας δημοσίας θέσεις πολλούς υπαλλήλους Καραβανάδες. Τούτο εξηρέθισε πολύ το εν τη Βουλή Κόμμα των, το οποίον όμως ως ολιγάριθμον δεν ηδύνατο να κάμη τίποτα. Ηρίθμει μόνον 7 βουλευτάς και αρχηγός των εν τη Βουλή ήτο ο μακαρίτης Αριστείδης Κριάρης……………………………
Εις απόστασιν μιάς ώρας πεζοπορίας κάτωθεν του χωρίου Ορθέ και προς Βορράν αυτού κείται το Πέραμα, χωρίον μικρόν, κείμενον όμως επί της μεγάλης οδού της διασχιζούσης την επαρχίαν Μυλοποτάμου και διηκούσης από Ηράκλειον έως Ρέθυμνον.
Το χωρίον τούτο ήτο ούτως ειπείν η πρωτεύουσα της επαρχίας τότε, καθ’ όσον εν αυτώ ήσαν εγκαθιδρυμένα το επαρχείον, το ειρηνοδικείον, η χωροφυλακή, κατωκείτο δε από Τούρκους ως επί το πλείστον, ολίγους χριστιανούς και από τους δημοσίους υπαλλήλους.
Εθεωρείτο όμως ως ανθυγιεινή διαμονή, διότι είχεν ελώδεις πυρετούς, λόγω του πλησίον ρέοντος μεγάλου ποταμού. Ολίγας ημέρας μετά τας εξετάσεις μου, την άφιξιν μου εις Ορθέ, εφ’ όσον εν τω μεταξύ είχεν εκραγή η επανάστασις και είχαν χωρίσει οι Τούρκοι από τους Χριστιανούς, οι Χριστιανοί της κατελθόντες εις Πέραμα ενέπρησαν όλα τα Δημόσια Καταστήματα θεωρούμενα ως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Δημοσίου, κακώς βέβαια, διότι ταύτα είχαν κτισθεί δι’ εξόδων του Κρητικού Ταμείου. Κατά τον εμπρησμόν τούτον του Περάματος παρευρέθην αλλά δεν έλαβα μέρος εις αυτόν. Ήμουν τότε έφηβος 18-19 ετών και οπλοφόρουν, αλλά το μίσος κατά του κατακτητού δεν εγνώριζεν όρια. Η επανάστασις αύτη διαρκέσασα ως προείρηται περί τους 4 μήνες έληξε κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 1885.
Κατά ταύτην ο αδελφός μου κατηγορήθη ότι καίτοι Αρχιγραμματεύς της Γεν. Διοικήσεως εμερολήπτη υπέρ των Χριστιανών και ότι καίτοι αντιθέτων φρονημάτων προς τους επαναστάτας ειργάσθη υπέρ της Ενώσεως μετά της Ελλάδος. Έχων δε λάβει εγκαίρως την πληροφορίαν ότι ο ερχόμενος με δικτατορικά δικαιώματα νέος Γενικός Πολιτικός και Στρατιωτικός Διοικητής της Νήσου θα τον συνελάμβανε και θα τον εφυλάκιζεν, έφυγεν εγκαίρως εκ Χανίων και κατέφυγεν εις Αλεξάνδρειαν, ………………
Ο εν Αλεξανδρεία ευρισκόμενος αδελφός μου Νικόλαος μη ευρών κενήν θέσιν δια να διορισθή εις το εκεί Αβερώφειον Γυμνάσιον , διότι όταν αρχάς Οκτωβρίου 1889 επήγεν εκεί, όλαι αι θέσεις είχαν καταληφθεί, κατεγίνετο εις παραδόσεις κατ’ οίκον παιδιών πλουσίων ελληνικών οικογενειών, των Σαλβάρου, Χωρέμη, Μπενάκη και άλλων και ημείβετο καλώς. Συγχρόνως εξέδιδε την εφημερίδα «Ταχυδρόμος»
[3] τη συνεργασία κάποιου Γεωργίου Βασιλειάδου δικηγόρου εξ Ανδριανουπόλεως, πολιτικού πρόσφυγος και τούτου ως αναμιχθέντος δήθεν εις το πολιτικόν Κίνημα κατά της Τουρκικής κυριαρχίας………..
Ο αδελφός μου είχε παραδόσεις κατ’ οίκον εις παιδιά καλών οικογενειών και ημείβετο καλώς. Συγχρόνως εξέδιδεν, ως προείπον, και την εφημερίδα «Ταχυδρόμος» τη συνεργασία του κ. Γ. Βασιλειάδου, εις τα γραφεία της οποίας και εγώ εργαζόμουν και επερνούσαμεν καλά…….
Εγώ με τα πράγματα μας παρέμεινα εις Αλεξάνδρειαν με την σκέψιν ότι εάν μεν δεν εύρισκεν θέσιν θα επέστρεφεν, εάν δε διωρίζετο κάπου θα μου έγραφε να παραλάβω τα πράγματα και να υπάγω να τον εύρω. Παρέμεινα όθεν μόνος εις Αλεξάνδρειαν μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου (1890) οπότε έλαβα επιστολήν του δια της οποίας μοι εγνώριζεν ότι διωρίσθη Γυμνασιάρχης Βιτωλίων (Μοναστηρίου) Μακεδονίας και ότι ανεχώρει δια την θέσιν του, μοι έδιδε δε την εντολήν να πάρω τα πράγματα μας και να υπάγω εις Αθήνας, να ενοικιάσω δωμάτιον να τα βάλω και να εγγραφώ εις το Πανεπιστήμιον……………………
. Διότι κατά τας αρχάς του προηγούμενου σχολικού έτους είχε συλληφθεί εν Βιτωλίοις όπου ήτο Γυμνασιάρχης ο αδελφός μου ως επαναστάτης και είχε φυλακισθεί, εκρατήθη δε υπόδικος επί ολόκληρον έτος δηλ. το σχολικόν έτος 1891-1892 οπότε κατά Αύγουστον 1892 εδικάσθη και αθωωθείς απελύθη των φυλακών και ήλθεν εις Κρήτην εν ελεεινή καταστάσει………………………..
Ως προανέφερα ο αδελφός μου Νικόλαος διωρίσθη Γυμνασιάρχης Βιτωλίων (Μοναστηρίου) Μακεδονίας κατά Σεπτέμβριον 1890 με μισθόν 20 λίρας Τουρκίας κατά μήνα. Όταν ήλθεν εξ Αλεξανδρείας εις Αθήνας ζητών να διορισθή καθηγητής εις τι Γυμνάσιον, αφού διωκόμενος δεν ειμπορούσε να κατέλθη και να διορισθή εις Κρήτην, η Ελληνική Κυβέρνησις του επρότεινε να τον διορίση Γυμνασιάρχην Βιτωλίων με μισθόν 20 λίρας, ας θα επληρώνετο από το Υπουργείον των Εξωτερικών της Ελλάδος εάν εδέχετο να μεταβή εκεί ριψοκινδυνεύων βέβαια την ζωήν του ακόμη διότι εκεί θα ήτο όχι μόνον Γυμνασιάρχης, αλλά και Εθνικός Εργάτης, ανταγωνιστής ξένων προπαγανδών Ρουμανικών, Βουλγαρικών κλπ αι οποίαι ειργάζοντο προς μεταβολήν υπέρ της εθνικότητος των εκάστη της εθνολογικής καταστάσεως της Μακεδονίας.
Ο αδελφός μου εδέχθη και κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 1891 ανεχώρησεν εξ Αθηνών δια Βιτώλια, όπου ήρχισε διδάσκων εις το εκεί Ελληνικόν Γυμνάσιον κατά τας αρχάς Οκτωβρίου. Το σχολικόν τούτο έτος διήλθεν ήρεμα χωρίς να ενοχληθή ούτε από την Τουρκικήν Διοίκησιν, ούτε από τας ξένας προπαγάνδας. Εύρεν όμως καλούς συνεργάτας, ενθουσιώδεις πατριώτας τον τότε Μητροπολίτην Πελαγωνείας (Βιτωλίων) Αλέξανδρον και τους καθηγητάς του Γυμνασίου του και ειργάσθη λίαν εντατικώς υπέρ της Ελληνικής Ιδέας. Διεμοίρασαν βιβλία, έδωσαν χρήματα, κατέβαλαν παντοειδείς ενεργείας. Και ο εκεί πληθυσμός της περιφερείας Μοναστηρίου – πλην ολίγων οικογενειών ακραιφνών Ελλήνων κατοικούντων εν τη πόλει – ων εθνολογικώς ανερμάτιστος και στέλνων τα παιδιά του εις τα σχολεία της πλειοδοτούσης εθνότητος – έστειλεν εκείνο το έτος τα τέκνα του εις το Ελληνικόν Σχολείον, ούτως ώστε τα Ρουμανικά και Βουλγαρικά σχεδόν όλα έκλεισαν ελλείψει μαθητών.
Τούτο επροξένησε σοβαράν εντύπωσιν εις τας άλλας εθνότητας. Ευρίσκετο τότε εις την περιφέρειαν εκείνην δρων ως αρχιπροπαγανδιστής εις απαίσιος Ρουμάνος επονομαζόμενος Μαργαρίτης, ο οποίος δεν ηδύνατο να υποφέρη την κατά το έτος εκείνο ήτταν της Ρουμανικής Ιδέας και απεφάσισε να εκδικηθή. Κατά τας αρχάς όθεν του σχολικού έτους 1891-1892 όταν επρόκειτο να αρχίσουν τα μαθήματα δηλ. κατά Σεπτέμβριον 1892 κατήγγειλε ψευδώς εις τας Τουρκικάς Αρχάς ότι ο Έλλην Γυμνασιάρχης ( ο Κιριτζής) δηλ. Κρητικός, αρχηγός των εν Κρήτη επαναστατικών κινημάτων συνενοούμενος μετά του Μητροπολίτου και των καθηγητών του σκοπεί να διεγείρη επανάστασιν εις Μακεδονίαν.
Αι Τουρκικαί Αρχαί, αίτινες είχαν ως αρχήν το «διαίρει και βασίλευε» ήκουσαν ευχαρίστως την καταγγελίαν και μίαν πρωίαν χωρίς να γνωρίζουν τίποτα επολιορκήθησαν αι οικίαι του αδελφού μου, των καθηγητών και του Μητροπολίτου, ενήργησαν κατ’ οίκον έρευνας και αμέσως συνέλαβαν τον αδελφόν μου, 2 καθηγητάς και τον Μητροπολίτην και τους έρριψαν εις τας φυλακάς, όπου έμειναν υπόδικοι ο μεν αδελφός μου και οι δύο καθηγηταί επί 10 μήνας, κρατούμενοι εις τας φυλακάς των κοινών κακούργων, ο δε Μητροπολίτης επί τετράμηνον μόνον απολυθείς τη επεμβάσει των Πατριαρχείων.
Κατά την εν ταις φυλακαίς Βιτωλίων δεκάμηνον φυλάκισιν των υπέστησαν τα πάνδεινα και θαύμα πως διεσώθησαν. Όταν επανήλθεν εις Κρήτην και μας διηγείτο τα όσα εις την φυλακήν υπέφεραν ωρθούντο αι τρίχες της κεφαλής μας. Κατά τον Ιούλιον του έτους τούτου (1891) περατωθείσης της ανακρίσεως παραπέμφθησαν να δικασθώσιν ενώπιον του Κακουργιοδικείου Σκοπίων επί εσχάτη προδοσία, ότι δήθεν υπεκίνουν επανάστασιν εις Μακεδονίαν, ήτοι επί κακουργήματι. Κατά την μεταγωγήν των από Βιτωλίων εις Σκόπια, απόστασις δεκαημέρου πεζοπορίας είχαν δοθεί ζώα δια να καββαλικεύωσιν οι υπόδικοι. Πλην αφού απεμακρύνθησαν ολίγον από τα Βιτώλια οι συνοδεύοντες αυτούς χωροφύλακες επήγαν έφιπποι εις Σκόπια, οι δε υπόδικοι πεζοί.
Εις τα Σκόπια εδικάζετο η υπόθεσις των επί πενθήμερον και εν τέλει ηθωώθησαν, μη υπάρχοντος άλλως τε ουδενός στοιχείου ενοχής. Μετά την αθώωσιν και απόλυσιν του αδελφού μου κατήλθε δια Θεσσαλονίκης εις Αθήνας, όπου επληρώθη τους μισθούς του όλου του έτους κατά το οποίον ήτο εγκάθειρκτος και μετά ταύτα κατήλθεν εις Κρήτην και ήλθεν εις το χωριό σωματικώς εις ελεεινήν κατάστασιν. Ημείς είχαμεν απελπισθεί δια την ζωήν του, η δε επί τοσούτον εγκάθειρξις του εστενοχώρησε την μητέρα μας επί πολύ και μετά τρία έτη απεβίωσεν. Αφού ανεπαύθη εις Ορθέ επί ένα μήνα διωρίσθη καθηγητής εις το Γυμνάσιον των Χανίων κατά το ερχόμενον σχολικόν έτος 1892-1893. ………………………
Μετά την σφαγήν και τον εμπρησμόν της πόλεως Χανίων γενομένη υπό των Τούρκων ατάκτων κατά Ιούνιον του έτους 1896, ο αδελφός μου Νικόλαος μόλις διασωθείς υπό αγήματος Ιταλών πεζοναυτών εις τα ευρωπαϊκά πολεμικά μετεφέρθη κατόπιν εις Πειραιά οικογενειακώς ως πρόσφυξ μαζί με πολλούς άλλους Χανιώτες εις αθλίαν κατάστασιν. Η οικία του με τελείαν επίπλωσιν και με την προίκα της συζύγου του, διότι ήτο νεόγαμος, μόλις προ διετίας νυμφευμένος, διηρπάγη και η βιβλιοθήκη του κατεστράφη μηδενός βιβλίου διασωθέντος
Είχαν τότε τον μακαρίτην Τέλλον μικρόν μόλις ενός έτους και ήτο έγκυος τον Μίνω, τον οποίον εγέννησεν εις Πειραιά. Κατά Σεπτέμβριον του 1896 διωρίσθη Γυμνασιάρχης εν Μεσολογγίω, όπου εδίδαξε κατά τα Σχολικά έτη 1896-1897 και 1897-1898, διαμένων εκεί μετά της οικογενείας του.………………………….







.

Δεν υπάρχουν σχόλια: